Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

λάκκος

Μὴ φῦναι τὸν ἅπαντα νικᾷ λόγον -> Not to be born is, past all prizing, best.
Sophocles, Oedipus Coloneus l. 1225
Full diacritics: λάκκος Medium diacritics: λάκκος Low diacritics: λάκκος Capitals: ΛΑΚΚΟΣ
Transliteration A: lákkos Transliteration B: lakkos Transliteration C: lakkos Beta Code: la/kkos

English (LSJ)

ὁ,

   A pond in which water-fowl were kept, Hdt.7.119.    b contemptuously, of the Sea of Galilee, Porph.Chr.55.    2 cistern, tank, Ar.Ec.154, Alex.174.9, LXX Ge.37.20; τὸν λ. συντρίψας D. 29.3.    3 pit, reservoir, Hdt.4.195; pit for storing wine, oil, or grain, X.An.4.2.22, Macho ap.Ath.13.580a; ὁ λ. τῶν λεόντων Thd. Da.6.7(8), al.: metaph., ἀνήγαγέ με ἐκ λάκκου ταλαιπωρίας LXX Ps. 39(40).2; καταβαίνειν εἰς λ. ib.27(28).1, al.:—written λάκος, PCair.Zen.176.276 (iii B. C.).    4 Κούρτιος λάκκος = Lat. lacus Curtius, D.H. 2.42.    5 a kind of garment, λ. χρωμάτινος Peripl.M.Rubr.6.

German (Pape)

[Seite 8] ὁ, Vertiefung, Loch, Grube, Her. 4, 195. 7, 119, wo es Teiche zum Halten von Wasservögeln sind, vivaria; nach B. A. 276 u. Phot. lex. bes. eine Grube zum Auffangen des Regenwassers, Cisterne, od. zur Aufbewahrung anderer Dinge, z. B. von Oel und Wein, ἐν τοῖς καπηλείοισι λάκκους ἐμποιεῖν ὕδατος Ar. Eccl. 154, wo der gehol. zu vgl.; οἶνος ὃν ἐν λάκκοις κονιατοῖς εἶχον Xen. An. 4, 2, 22; eine Art Keller, Macho Ath. XIII, 580 a; neben φρέαρ, Alexis bei Ath. IV, 170 c; τὸν λάκκον συντρίψας, Dem. 29, 3; Aesch. 1, 84 u. Sp. Vgl. lacus, lacuna.

Greek (Liddell-Scott)

λάκκος: οὐχὶ λάκος, ὁ, (ἴδε λακίς)· - λίμνη ἔνθα ἐτηροῦντο πτηνὰ ὑδρόβια, Λατ. vivarium, Ἡρόδ. 7. 119· - δεξαμενή, Ἀριστοφ. Ἐκκλ. 154, ῎Αλεξ. ἐν «Παννυχίδι» 3. 9· τὸν λ. συντρίψας Δημ. 845. 17. 2) φρέαρ, δεξαμενή, Ἡρόδ. 4. 195· ὡς τὸ βόθρος καὶ σιρός, ἐσκαμμένος τόπος, ἐν ᾧ ἐφυλάττετο οἶνος, ἔλαιονσῖτος, «κελλᾶρι», Ξεν. Ἀν. 4. 2, 22, Μάχων παρ’ Ἀθην. 580Α. 3) Κούρτιος λ. = Λατ. lacus Curtius, Διον. Ἁλ. 2. 42.

French (Bailly abrégé)

ου (ὁ) :
1 creux, trou, fosse;
2 sorte de cellier pour garder le vin, l’huile, etc.
3 étang où l’on gardait des oiseaux aquatiques;
4 pudenda muliebria.
Étymologie: cf. lat. lacus, lacuna.

Greek Monolingual

(I)
ο (AM λάκκος, Α και λάκος)
φυσικό ή τεχνητό κοίλωμα του εδάφους σχετικά βαθύ, λακκούβα (α. «έπεσα σε έναν λάκκο με νερά» β. «δεῡτε ἀποκτείνωμεν αὐτὸν καὶ ῤίψωμεν εἰς ἕνα τῶν λάκκων», ΠΔ)
νεοελλ.
1. κάθε κοίλωμα, βαθούλωμα
2. φρ. α) «το 'να ποδάρι του το 'χει μες στο λάκκο» — είναι μελλοθάνατος λόγω ασθενείας ή λόγω γήρατος
β) «σκάβω τον λάκκο κάποιου» — υπονομεύω κάποιον, γίνομαι αιτία καταστροφής κάποιου
γ) «έπεσα στον λάκκο με τα φίδια» — βρέθηκα παγιδευμένος σε πολύ άσχημη κατάσταση
3. παροιμ. «κάποιο λάκκο έχει η φάβα» — κάτι ύποπτο συμβαίνει
νεοελλ.-μσν.
1. τάφος, μνήμα
2. οφθαλμική κοιλότητα
3. μτφ. κατάντημα, ξεπεσμός
4. παροιμ. «όποιος σκάβει τον λάκκο του αλλουνού πέφτει μέσα ο ίδιος» ή «οπού λάκκον έσκαψε διά να χώσει άλλον, εκείνος μέσα έπεσε» — αυτός που σχεδιάζει κακά εναντίον κάποιου βλάπτεται ο ίδιος
μσν.
1. χαράκωμα, χαντάκι, τάφρος
2. αγκυροβόλι
3. φρ. α) «λάκκος αβύσσου» ή «κατώτατος λάκκος» — ο κάτω κόσμος, ο Άδης
β) «σπίτι λάκκου» — φυλακή
(μσν. -αρχ.)
1. δεξαμενή, στέρνα («ἐν τοῑς καπηλείοις λάκκους ἐμποιεῑν ὕδατος», Αριστοφ.)
2. είδος φυλακής που βρίσκεται σε βαθύ μέρος από το οποίο με δυσκολία μπορεί να βγει κάποιος, πρωτόγονο κρατητήριο
αρχ.
1. φυσική ή τεχνητή λίμνη μέσα στην οποία ζουν θηρευτικά υδρόβια πτηνά («ἔτρεφόν τε ὄρνιθας χερσαίους καὶ λιμναίους ἔν τε τοῑς οἰκήμασι καὶ λάκκοισι», Ηρόδ.)
2. μικρή δεξαμενή ή μικρή αποθήκη για εναποθήκευση βρόχινου νερού, κρασιού, λαδιού ή σιταριού
3. είδος πρωτόγονου θηριοτροφείου («ἀλλ' ἢ παρὰ σοῡ, βασιλεῡ, ἐμβληθήσεται εἰς τὸν λάκκον τῶν λεόντων», ΠΔ)
4. μτφ. βασανιστήριο, δεσμωτήριο, τόπος βασανισμού («ἀνήγαγέ με ἐκ λάκκου ταλαιπωρίας», Ψαλμ.).
[ΕΤΥΜΟΛ. Η λ. ανάγεται σε τ. λακFος < ΙΕ ρίζα laku «συγκέντρωση νερού σε κοίλωμα, λίμνη» και συνδέεται με τα λατ. lacus «λίμνη, δεξαμενή», ιρλδ. loch «λίμνη, έλος», αρχ. σαξον. lagu «λίμνη, νερό», αρχ. σλαβ. loky «λάκκος». Το θ. της λ. μαρτυρείται σε ονομ. μικρού λιμανιού στις Συρακούσες Λάκκιον.
ΠΑΡ. λακκώδης
αρχ.
λακκαίος, λακκάριος, λακκώ
αρχ.-μσν.
λακκίζω
μσν.
λάκκι, λακκούδι
νεοελλ.
λακκάκι, λακκίσκος, λακκούβα.
ΣΥΝΘ. (Α' συνθετικό) αρχ. λακκόπεδον, λακκόπλουτος, λακκοποιός, λακκόπρωκτος, λακκοσκαπέρδας, λακκοσκάπερδον, λακκοσχέας
μσν.
λακκοπιγουνάτος. (Β' συνθετικό) αρχ. επίλακκος
νεοελλ.
αλατόλακκος, ασβεστόλακκος, καρβουνόλακκος, κοπρόλακκος, νερόλακκος, χαμόλακκος, χιονόλακκος].
(II)
λάκκος, ὁ (Α)
φρ. «λάκκος χρωμάτινος» — είδος ενδύματος.
[ΕΤΥΜΟΛ. Είναι δάνειο από το πρακριτικό lakkha < αρχ. ινδ. lāksā «βερνίκι»].

Greek Monotonic

λάκκος: ὁ,
1. λιμνούλα για υδρόβια πτηνά, Λατ. vivarium, σε Ηρόδ., Δημ.
2. φρέαρ, πηγάδι, δεξαμενή, σε Ηρόδ., Ξεν.

Russian (Dvoretsky)

λάκκος:
1) пруд для водоплавающей птицы Her.;
2) яма, ров Her., Plut.;
3) водоем, бассейн Dem., Arph.;
4) цистерна (для хранения вина, масла и пр.) (οἶνος πολὺς ἦν ἐν λάκκοις κονιατοῖς Xen.).

Frisk Etymological English

1
Grammatical information: m.
Meaning: pond, cistern, pit, reservoir (IA.).
Compounds: As 1. member e. g. in λακκό-πλουτος m. who hides his wealth in a cistern, surn. of Callias etc. (Plu.); as 2. member in the hypostasis προ-λάκκ-ιον (Arist.), προσ-λάκκ-ιον (Gal.) pre-, side-cistern; vgl. προ-άστ-ιον.
Derivatives: λακκ-αῖος stemming from a λ. (hell.), -ώδης full of λ. (Gp.), -άριος guard of a λ. (Gloss.), -ίζω dig a λ. (Suid.). Λακκίον name of the small harbour in Syracuse (D. S.).
Origin: IE [Indo-European]X [probably] [653] *loku- lake, pond.
Etymology: Opposed to the o-stem λάκκος there are several western and northern languages with an u-stem: Lat. lacus lake, pond, pit etc., Celt., e. g. OIr. loch lake, pond, Germ., e. g. OS lagu lake, water, Slav., e. g. OCS loky λάκκος'; so λάκκος stands for *λάκϜ-ος (on the phonetics Schwyzer 317 a. 472). Details in WP. 2, 380f., Pok. 653, W.-Hofmann s. lacus, Vasmer Wb. 2,55. A trace of the u-stem in Greece Grošelj Razprave 2, 44 supposes in λάκυρος στεμφυλίας οἶνος H. (?). On the stemvowel (not convincing) Kuhn KZ 71, 150. - On NGr. forms λάκκος, λάκκα cleft (λάκ<κ>ας φάραγγας H.), λαγκάδι (< λακκάδιον) id. Georgacas ByzZ 41, 367, Kretschmer Glotta 12, 202. Perh. from IE *loku-, Schrijver, Larr. Latin 422ff, 475.
2
Grammatical information: m.
Meaning: `kind of dye, lac (Peripl. M. Rubr. 6)
Derivatives: λακκόω dye with lac (PLond. 2, 191, 10 [IIp]. σκούτλια ξύλινα λελακκωμένα).
Origin: LW [a loanword which is (probably) not of Pre-Greek origin] Ind.
Etymology: From Prākr. lakkha (< Skt. lākṣā) lac.

Middle Liddell

λάκκος, ὁ,
1. a pond for water-fowl, Lat. vivarium, Hdt., Dem.
2. a pit, reservoir, Hdt., Xen.

Frisk Etymology German

λάκκος: 1.
{lákkos}
Grammar: m.
Meaning: Wasserloch, Zisterne, Teich, Grube (ion. att.).
Composita : Als Vorderglied z. B. in λακκόπλουτος m. der seinen Reichtum in einer Zisterne verbirgt, Bein. des Kallias usw. (Plu. u. a.); als Hinterglied in den Hypostasen προλάκκιον (Arist.), προσλάκκιον (Gal.) ‘Vor-, Nebenzisterne’; vgl. προάστιον u. a.
Derivative: Davon λακκαῖος ‘aus einem λ. stammend’ (hell.), -ώδης voll von λ. (Gp.), -άριος ‘Wächter eines λ.’ (Gloss.), -ίζω ‘einen λ. graben’ (Suid.). Λακκίον N. des kleinen Hafens in Syrakus (D. S.).
Etymology : Gegenüber dem o-Stamm λάκκος steht in einer Reihe westlicher und nördlicher Sprachen ein u-Stamm: lat. lacus See, Teich, Grube, kelt., z. B. air. loch See, Teich, germ., z. B. asächs. lagu See, Wasser, slav., z. B. aksl. lokyλάκκος’; mithin steht λάκκος für *λάκϝος (zum Lautlichen usw. Schwyzer 317 u. 472). Einzelheiten mit Lit. bei WP. 2, 380f., Pok. 653, W.-Hofmann s. lacus, Vasmer Wb. 2,55. Eine Spur des u-Stamms auf griechischem Boden will Grošelj Razprave 2, 44 in λάκυρος· στεμφυλίας οἶνος H. sehen (?). Zum Stammvokal (nicht überzeugend) Kuhn KZ 71, 150. — Über neugr. Formen λάκκος, λάκκα Schlucht (λάκ<κ>ας· φάραγγας H.), λαγκάδι (< λακκάδιον) ib. Georgacas ByzZ 41, 367, Kretschmer Glotta 12, 202 (m. Lit.).
Page 2,75-76
2.
{lákkos}
Grammar: m.
Meaning: Lackfarbe, Lack (Peripl. M. Rubr. 6)
Derivative: mit λακκόω lackieren (PLond. 2, 191, 10 [IIp]. σκούτλια ξύλινα λελακκωμένα).
Etymology : Aus prākr. lakkha (< aind. lākṣā) Lack.
Page 2,76