Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

λάμπη

Ἐδιζησάμην ἐμεωυτόν -> I searched out myself
Heraclitus, fr. 101B
Click links below for lookup in third sources:
Full diacritics: λάμπη Medium diacritics: λάμπη Low diacritics: λάμπη Capitals: ΛΑΜΠΗ
Transliteration A: lámpē Transliteration B: lampē Transliteration C: lampi Beta Code: la/mph

English (LSJ)

ἡ,

A = λαμπάς, torch, A.Eu.1042 (lyr., cod. Med. e manu prima), E.Supp.993 (lyr., s.v.l.); so Herm., after Sch., took ἀνήλιος λάμπα in A.Eu.387 (lyr.), light not of the sun, i.e. nether gloom, but v. λάπη 3. II = λάπη (scum) (q.v.)

* Abbreviations: ALL | General | Authors & Works

German (Pape)

[Seite 12] ἡ (vgl. λάπη), Schaum u. Unreinigkeit auf der Oberfläche des Wassers, übh. Schmutz, der sich auf der Oberfläche ansetzt, wie Kahm auf dem Weine, VLL. u. Plut. adv. Stoic. 28; bei Aesch. Eum. 365 ist ἀνήλιος λάμπα Bezeichnung der nie durch die Sonne erhellten, dumpfen, modrigen Unterwelt. Vgl. εὐρώεις.

Greek (Liddell-Scott)

λάμπη: ἡ, = λαμπάς, πυρσός, Αἰσχύλ. Εὐμ. 1042 (κατὰ τὸ Μεδ. Ἀντίγραφ. ἐκ τῆς πρώτης χειρός), Εὐρ. Ἱκέτ. 993 (εἰ ἡ γραφὴ ἀληθήςοὕτως ὁ Ἕρμ., ἑπόμενος τῷ Σχολ. ἐκλαμβάνει τὸ ἀνήλιος λάμπη ἐν Εὐμ. 387, φῶς οὐχὶ τοῦ ἡλίου, ἀλλ’ ἀμαυρὸν οἷον τὸ τοῦ κάτω κόσμου, ἔνθα αἱ Ἐρινύες κατῴκουν, πρβλ. δυσήλιος, νυκτιλαμπής, ἀλλ’ ἴδε ἐν λέξ. λάπη. ΙΙ. = λάπη, ὃ ἴδε.

French (Bailly abrégé)

ης (ἡ) :
1 écume, scorie ou pellicule qui se forme sur un liquide;
2 ἀνήλιος λάμπα dor. jour sombre d’un lieu où le soleil ne pénètre pas.
Étymologie: λάμπω.

Greek Monolingual

(I)
λάμπη, ἡ (Α) λάμπω
λαμπάδα.
(II)
λάμπη και λάπη, ἡ (Α)
ο αφρός που σχηματίζεται στην επιφάνεια του κρασιού, του ξιδιού ή άλλων υγρών που μένουν στάσιμα.
[ΕΤΥΜΟΛ. Αβέβαιης ετυμολ. Η υπόθεση για σύνδεση με το ρ. λάμπω δεν φαίνεται πιθανή, διότι δεν ερμηνεύεται ο τ. λάπη (χωρίς έρρινο), που θεωρείται αρχικός
πιθανότερη είναι η σύνδεση με τον τ. λέμφος.

Greek Monotonic

λάμπη: ἡ, λαμπάδα, πυρσός, σε Αισχύλ.· φως, στον ίδ.

Russian (Dvoretsky)

λάμπη: дор. λάμπα
1) (= λαμπάς
1) факел, свет: ἀναλίῳ λάμπᾳ Aesch. в бессолнечном свете (мира теней);
2) плесень, гнилостный налет Plut.

Frisk Etymological English

Grammatical information: f.
Meaning: scum, e. g. on the surface of wine, phlegm; metaph. of putrescence, mud of the netherworld (A. Eu. 387, Dsc., Plu.).
Other forms: λάπη (Hp., Diph.). Fur. 316 adduces λαπτής λαπτην ἔλεγον τὸν παχὺν ἀφρόν etc.
Derivatives: λα(μ)πώδης (also -ππ-) covered with scum (Hp., Erot., Gal.), λαμπηρός id. (Hp. ap. Gal.).
Origin: PG [a word of Pre-Greek origin]
Etymology: Connection with λάμπω (Schulze Kl. Schr. 114 with L.Meyer) cannot explain the nasalless forms. Cf. on λέμφος. After Grošelj Živa Ant. 2, 212 to λέπω (λάμπη and λαμπήνη emphatic nasalization ?). The variants prove a Pre-Greek word (not -ππ).

Middle Liddell

λάμπη, ἡ, = λαμπάς1]
a torch, Aesch.: light, Aesch.

Frisk Etymology German

λάμπη: (A. Eu. 387 [lyr.], Dsk., Plu. u. a.),
{lámpē}
Forms: λάπη (Hp., Diph. u. a.)
Grammar: f.
Meaning: ‘Schaum, z. B. auf der Oberfläche des Weins, Schleim, Rotz’; übertr. vom Moder der Unterwelt (A. a.a.O.).
Derivative: Davon λα(μ)πώδης mit Schaum bedeckt (Hp., Erot., Gal.), λαμπηρός ib. (Hp. ap. Gal.).
Etymology : Die Anknüpfung an λάμπω (Schulze Kl. Schr. 114 mit L.Meyer) erklärt die nasallosen Formen nicht; es kann sich deshalb höchstens nur um. eine sekundäre Angleichung an λάμπω handeln. Sonst unerklärt; vgl. zu λέμφος. Nach Grošelj Živa Ant. 2, 212 zu λέπω (λάμπη und λαμπήνη emphatische Nasalierung [?]).
Page 2,78