Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

λέκος

τύμβος, ὦ νυμφεῖον, ὦ κατασκαφής οἴκησις αἰείφρουρος, οἷ πορεύομαι πρὸς τοὺς ἐμαυτῆς -> Tomb, bridal chamber, eternal prison in the caverned rock, whither I go to find mine own.
Sophocles, Antigone, 883
Full diacritics: λέκος Medium diacritics: λέκος Low diacritics: λέκος Capitals: ΛΕΚΟΣ
Transliteration A: lékos Transliteration B: lekos Transliteration C: lekos Beta Code: le/kos

English (LSJ)

εος, τό,

   A dish, pot, pan, Demioprat. ap. Poll.10.87, Hippon. 58, Phoen.2.2:—Dim. forms λεκ-ίς, ίδος, ἡ, Epich.126, Iamb.VP 26.119 (pl.); = παροψίς, Hsch.; λεκῐθο-ίσκος, ὁ, Hp. ap. Poll. l.c.:—hence λεκῐθο-ίσκιον, τό, a small measure or weight, Hp.Acut. (Sp.) 63, 69; cf. λεκάνη.

Greek (Liddell-Scott)

λέκος: -εος, τό, τρύβλιον, πινάκιον, λίτρα, ἀγγεῖον, Ἱππῶν. 58. (Ἐντεῦθεν οἱ ὑποκορ. τύποις, λεκίς, ίδος, ἡ, ᾿Επίχ. 46 Ahr., Ἰάμβλ.· λεκίσκος, ὁ, Ἱππ. παρὰ Πολυδ. Ι΄, 87· λεκίσκιον, τό, Ἱππ. 407. 8 καὶ 30· ὡσαύτως λεκάνη (ὃ ἴδε), λακάνη, πρβλ. Λατ. lanx.).

French (Bailly abrégé)

ion. -εος, att. -ους (τό) :
assiette, écuelle.
Étymologie: cf. λεκάνη.

Greek Monolingual

λέκος, -ους, τὸ (Α)
πιάτο.
[ΕΤΥΜΟΛ. Βλ. λ. λεκάνη.

Greek Monotonic

λέκος: -εος, τό, πιάτο, κατσαρόλα, κύπελλο, σε Ιππών.

Middle Liddell

λέκος, εος,
a dish, plate, pot, pan, Hippon.