Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

λαβδοειδής

Ὄττω τις ἔραται -> Whatever one loves best | Whom you desire most
Sappho
Full diacritics: λαβδοειδής Medium diacritics: λαβδοειδής Low diacritics: λαβδοειδής Capitals: ΛΑΒΔΟΕΙΔΗΣ
Transliteration A: labdoeidḗs Transliteration B: labdoeidēs Transliteration C: lavdoeidis Beta Code: labdoeidh/s

English (LSJ)

ές,

   A formed like a Λ, ὀστοῦν λαβδοειδές: os hyoïde, hyoid bone os hyoïdes, Gal.18(2).957, Orib.25.8.1; ῥαφή the suture in the skull between the occiput and sinciput, Gal.UP9.5, Ruf.Onom.133; διάγραμμα Theol.Ar.3. (λαμβδ- is freq. written in codd. and is v.l. in Gal.UPl. c., Orib. l.c., but λαβδ- Poll.2.37, 4.133.)

German (Pape)

[Seite 1] ές, dem Buchstaben Λ ähnlich, Sp., bes. Medic.; Poll. 2, 37. 4, 133.

Greek (Liddell-Scott)

λαβδοειδής: -ές, = λαμβδ-, Πολυδ. Β΄, 37., Δ΄, 133.

Greek Monolingual

-ές (Α λαβδοειδής και λαμβδοειδής, -ές) λάβδα
1. αυτός που έχει το σχήμα του γράμματος Λ («λαβδοειδές ὀστοῦν», Γαλ.)
2. φρ. ανατ. «λαβδοειδής ραφή» — η βρεγματοϊνιακή ραφή του θόλου του κρανίου.