Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

λατινογενής

Ἦθος ἀνθρώπῳ δαίμων -> A man's character is his fate
Heraclitus, fr. B 119 Diels

Greek Monolingual

-ές
1. αυτός που έχει λατινική προέλευση
2. (κυρίως για γλώσσα) αυτή που προήλθε από την εξέλιξη της λατινικής γλώσσας, αυτή που έχει ως βάση τη λατινική γλώσσα («η Γαλλική είναι λατινογενής γλώσσα»).
[ΕΤΥΜΟΛ. < λατίνος + -γενής (< γένος), πρβλ. θεο-γενής. Η λ. μαρτυρείται από το 1866 στον Γρ. Παπαδόπουλο].