Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

λαχανικός

τύμβος, ὦ νυμφεῖον, ὦ κατασκαφής οἴκησις αἰείφρουρος, οἷ πορεύομαι πρὸς τοὺς ἐμαυτῆς -> Tomb, bridal chamber, eternal prison in the caverned rock, whither I go to find mine own.
Sophocles, Antigone, 883
Full diacritics: λᾰχᾰνικός Medium diacritics: λαχανικός Low diacritics: λαχανικός Capitals: ΛΑΧΑΝΙΚΟΣ
Transliteration A: lachanikós Transliteration B: lachanikos Transliteration C: lachanikos Beta Code: laxaniko/s

English (LSJ)

ή, όν,

   A = λαχανηρός, Inscr.Magn.116.42 (ii A.D.).    II λαχανικόν (sc. τέλος), τό, tax on market-gardeners, dub. in Ostr.787 (i A.D.), Sammelb.2085.

German (Pape)

[Seite 19] die Gartengewächse betreffend, zu den Gemüsen gehörig, Theophr.

Greek (Liddell-Scott)

λᾰχᾰνικός: -ή, -όν, = λαχανηρός, Θεοφρ. π. Φυτ. Αἰτ. 3. 19. 1.

Greek Monolingual

-ή, -ό (Α λαχανικός, -ή, -όν) λάχανον
νεοελλ.
(το ουδ. πληθ. ως ουσ.) τα λαχανικά
τα χορταρικά που χρησιμοποιούνται στη διατροφή του ανθρώπου, ιδίως τα κηπευτικά, ζαρζαβατικά
αρχ.
1. λαχανηρός
2. (το ουδ. ή το θηλ. ως ουσ.) τὸ λαχανικὸν ή ἡ λαχανική
πιθ. φόρος που επιβαλλόταν στους λαχανοπώλες.