Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

λαός

Μολὼν λαβέ -> Come and take them
Plutarch, Apophthegmata Laconica 225C12
Full diacritics: λαός Medium diacritics: λαός Low diacritics: λαός Capitals: ΛΑΟΣ
Transliteration A: laós Transliteration B: laos Transliteration C: laos Beta Code: lao/s

English (LSJ)

ὁ, Ion. ληός Hippon.88, Hdt.5.42 (

   A v.l. λαόν, which is in all Mss. in 4.148), cj. in Mimn.14.9; Att. λεώς, which is also used in Hdt.1.22, 8.136, while the form λαός is sts. used in Trag., and once or twice even in Com. (v. infr. 1.3): also in Inscrr. and Pap. (v. infr.) and in late Prose, as Foed.Byz. ap. Plb.4.52.7 (pl.), Str.14.4.3 (pl.), Plu.2.1096b, etc. (both forms in pr. nn., Λεωβώτης Hdt.7.204, Λαβώτας X.HG1.2.18, etc.).    1 in Il., λαός (λαοί) usu. means men, i.e. soldiers, both of the whole army and smaller divisions, κριτὸς ἔγρετο λ. Ἀχαιῶν 7.434; λαὸν ἀγείρειν 16.129; πολὺν ὤλεσα λαόν 2.115: pl., ἅμα τῷ γε… ἄριστοι λ. ἕποντ' ib.578; στίχες ἀσπιστάων λ. 4.91; periphr., στρατὸς λαῶν ib.76; λαῶν ἔθνος 13.495; mostly including both foot and horse, as 2.809; but sts. λαός denotes foot, as opp. horse, 7.342; also, a land army, opp. a fleet, 4.76, 9.424, 10.14; also, the common men, opp. their leaders, 2.365, 13.108; but    2 in Od., λαοί, more rarely λαός, almost always means men or people; as subjects of a prince, e.g. 3.214, 305, al. (λαοί is sts. so used in Il., e.g. 17.226, 24.611; λαοὶ ἀγροιῶται country-folk, 11.676; work-people, 17.390); of sailors, Od.14.248; so after Hom., ναυτικὸς λεώς seafaring folk, A.Pers.383; πᾶς ὁ χειρῶναξ λεώς S.Fr.844; ὁ γεωργικὸς λεώς Ar.Pax920 (lyr.): in sg., slave, τὸν Εὐρυσθέως λεών, of Heracles, Hecat.23 J.; and so perh. λεὼς αὔτοικος GDI5533e (Zeleia): more generally, μέροπες λαοί, i.e. mankind, A.Supp.90 (lyr.); λ. ἐγχώριοι the natives, ib. 517, cf. Od.6.194; esp. in Egypt, of the fellahin, PRev.Laws42.11-16 (iii B. C.), PSI4.380.5 (iii B. C.), etc.; civil population, opp. priests and soldiers, OGI90.12 (Rosetta, ii B. C.), cf. 225.8 (Milet., iii B. C.), al.    3 people assembled, as in the theatre, ὁ πολὺς λαῶν ὄχλος Ar.Ra.676, cf. 219 (both lyr.); esp. in the Ecclesia, αἱ στίχες τῶν λαῶν Id.Eq.163: hence the phrase ἀκούετε λεῴ hear O people!—the usual way of beginning proclamations at Athens, like our Oyez! Sus.1.1, Ar.Pax551, Av.448; τιμῶσιν οἱ πάντες λεῴ ib. 1275; δεῦρ' ἴτε, πάντες λεῴ Arist.Fr.384; Ἀττικὸς λεώς A.Eu.681; ὁ πολὺς λεώς the multitude, Pl.R.458d, etc.    4 in LXX, of the people, as opp. priests and Levites, 1 Es.5.46; in NT, of Jews, opp. Gentiles, Ev.Matt.2.6, Ev.Luc.2.10, al., cf. SIG1247 (Jewish tombstones); of Christians, opp. heathen, Act.Ap.15.14, al.    II a people, i.e. all who are called by one name, first in Pi., Δωριεῖ λαῷ O.8.30; Λυδῶν δὲ λαὸς καὶ Φρυγῶν A.Pers.770; ξύμπας Ἀχαιῶν λαός S.Ph.1243, cf. OT144, etc.; ἱππόται λαοί, i.e. the Thessalians, Pi. P.4.153, cf. 9.54, N.1.17. (The resemblance between λαός people and λᾶος stone (cf. λᾶας) is implied in Il.24.611 λαοὺς δὲ λίθους ποίησε Κρονίων (in the story of Niobe); and so Pi. explains the word from the legend of Deucalion, O.9.46, cf. Epich.122, Apollod.1.7.2; but cf. Philoch.12.) (From λᾱϝ-, as shown by the pr.names Λαϝοπτόλεμος GDI3151, ϝιόλαϝος ib.3132 (Corinth): hence prob. λήϊτον.)

Greek (Liddell-Scott)

λᾱός: -οῦ, ὁ, Ἰων. ληός, Ἱππῶναξ, 88, Ἡρόδ. 5. 42· Ἀττ. λεώς, ὅπερ εἶναι ἐν χρήσει καὶ παρ’ Ἡροδ. 1. 22., 8. 136, ἐνῷ παρὰ Τραγ. εἶναι ἐνίοτε ἐν χρήσει ὁ τύπος λαὸς χάριν τοῦ μέτρου, καὶ ἅπαξ ἢ δὶς καὶ παρὰ κωμ.· ὡσαύτως ἐν μεταγεν. πεζῷ λόγῳ, ὡς ἐν Συνθήκ. Βυζ. παρὰ Πολυβ. 4. 52, 7, Πλουτ., κτλ.· (ὁ διπλοῦς τύπος φαίνεται ἐνίοτε εἰς πολλὰ κύρια ὀνόματα, Λεωβότης Ἡρόδ. 7. 204, Λαβώτας Ξεν. Ἑλλ. 1. 2, 18, κτλ.· οὕτω, Λεώκριτος, Λάκριτος· Λεωχάρης, Λαχάρης· Λεωσθένης, Λασθένης, κτλ.· ἴδε ἐν τέλ.) Ὁ λαὸς καθόλου· παρ’ Ὁμ. καὶ Ἡσιόδ. οὐδέποτε ὡς σῶμα πολιτικὸν ὅπως τὸ δῆμος, ἀλλ’ ἁπλῶς ὡς ἄθροισμα ἀνθρώπων κατ’ ἀντίθεσιν ὅμως πρὸς τὸ ὅμαδος, ὅπερ εἶναι ἁπλῶς ὄχλος, Ἰλ. Η. 306 κἑξ.· ― ἐντεῦθεν, 1) ἐν τῇ πολεμικῇ γλώσσῃ, τῆς Ἰλ. τὸ λαὸς σημαίνει ἄνδρας, δηλ. στρατιώτας (ὡς τὸ στρατός), ἐπί τε τοῦ ὅλου στρατοῦ καὶ ἐπὶ μικροτέρων διαιρέσεων, κριτὸς ἔγρετο λ. Ἀχαιῶν Ἰλ. Η. 434· λαὸν ἀγείρειν ΙΙ. 129· πολὺν ὤλεσα λαὸν Β. 115· οὕτως ἐν τῷ πληθ., ἅμα τῷ γε... ἄριστοι λαοὶ ἕποντ’ Β. 578· στίχες ἀσπιστάων λαῶν Δ. 91· περιφρ., στρατὸς λαῶν αὐτόθ. 76· ἔθνος λαῶν Ν. 495· περιλαμβάνων ὡς τὰ πολλὰ πεζούς τε καὶ ἱππεῖς, ὡς Β. 809· ἀλλ’ ἐνίοτε τὸ λαὸς δηλοῖ τοὺς πεζοὺς κατ’ ἀντίθεσιν πρὸς τοὺς ἱππέας, Η. 342· ὡσαύτως δύναμις κατὰ ξηράν, ἐν ἀντιθέσει πρὸς τὸν στόλον ἐν θαλάσσῃ, Δ. 76., Ι. 424., Κ. 14· ὡσαύτως οἱ κοινοὶ στρατιῶται ἐν ἀντιθέσει πρὸς τοὺς ἀρχηγοὺς αὐτῶν, Β. 365., Ν. 108· ― ἀλλὰ 2) ἐν τῇ εἰρηνικῇ Ὀδυσσείᾳ λαοὶ καὶ σπανιώτερον λαός, σχεδὸν ἀείποτε σημαίνει ἄνθρωποι τοῦ λαοῦ, ὁ λαός, ὡς ὑπήκοοι τοῦ ἄρχοντος ἢ βασιλέως, π.χ. Γ. 214, 304 κ. ἀλλ.· ― μάλιστα ἐνίοτε τὸ λαοὶ κεῖται ἐπὶ τοιαύτης ἐννοίας καὶ ἐν τῇ Ἰλ., π.χ. Ρ. 226., Ω.611· λαοὶ ἀγροιῶται, ἀγρόται, χωρικοί, Λ. 676· ἐργατικοὶ ἄνθρωποι, Ρ. 390· ἐπὶ ναυτῶν, Ὀδ. Ζ. 248· οὕτω καὶ μεθ’ Ὅμηρ., ναυτικὸς λεὼς Αἰσχύλ. Πέρσ. 383· πᾶς ὁ χειρῶναξ λεὼς Σοφ. Ἀποσπ. 724· ὁ γεωργικὸς λεὼς Ἀριστοφ. Εἰρ. 920· ὡσαύτως, μέροπες λαοί, ὅ ἐ. τὸ ἀνθρώπινον γένος, Αἰσχύλ. Ἱκέτ. 89· λ. ἐγχώριοι, οἱ ἐγχώριοι, ἄνθρωποι τοῦ τόπου, ἐπιτόπιοι, αὐτόθι 517, πρβλ. Ὀδ. Ζ. 194. 3)ἐπὶ ἀνθρώπων συνηθροισμένων, οἷον ἐν τῷ θεάτρῳ, ὁ πολὺς λαῶν ὄχλος Ἀριστοφ. Βάτρ. 676, πρβλ. 219· ἀλλὰ κυρίως ἐν τῇ ἐκκλησίᾳ, αἱ στίχες τῶν λαῶν ὁ αὐτ. ἐν Ἱππ. 163· ἐντεῦθενφράσις ἀκούετε λεῴ, ἄκουσον, ὦ λαέ! ― ὁ συνήθης τρόπος καθ’ ὃν ἤρχιζον τὰς προκηρύξεις ἐν Ἀθήναις, πρβλ. τὸ Ἀγγλικὸν Oyez! Σουσαρίων 1, Ἀριστοφ. Εἰρ. 551, Ὄρν. 448· δεῡρ’ ἴτε, πάντες λεῲ Ἀριστ. Ἀποσπ. 346, πρβλ. Βεντλεΰου Φάλαριν σ. 203· ― ὁ πολὺς λεώς, τὸ πλῆθος, ὁ ὄχλος, Πλάτ. Πολ. 458D, κτλ. 4) παρὰ τοῖς Ἑβδ., ἐπὶ τοῦ λαοῦ ἐν ἀντιθέσει πρὸς τοὺς ἱερεῖς καὶ λευίτας, Α΄ Ἔσδρ. Ε΄, 46· ἐν τῇ Καινῇ Διαθ., ἐπὶ τῶν Ἰουδαίων καὶ μετέπειτα ἐπὶ τῶν Χριστιανῶν ἐν ἀντιθέσει πρὸς τοὺς ἐθνικούς· παρὰ τοῖς Ἐκκλ., οἱ λαϊκοί, ἐν ἀντιθέσει πρὸς τοὺς κληρικοὺς ἢ ἱερωμένους (κλῆρος). ΙΙ. λαὸς ἢ φυλή, πάντες οἱ καλούμενοι διὰ τοῦ αὐτοῦ ὀνόματος, πρῶτον παρὰ Πινδ., Δωριεῖ λαῷ Ο. 8. 40· Λυδῶν τε λαὸς καὶ Φρυγῶν Αἰσχύλ. Πέρσ. 770· ξύμπας Ἀχαιῶν λαὸς Σοφ. Φιλ. 1243, πρβλ. Ο. Τ. 144, κτλ.· ἱππόται λαοί, δηλ. οἱ Θεσσαλοί, Πινδ. Π. 4. 273, πρβλ. 9. 93, Ν. 1. 25. (Ἡ ὁμοιότης ἡ μεταξὺ τῶν λέξεων λαὸς καὶ λᾶας (λίθος) ὑπονοεῖται ἐν Ἰλ. Ω. 611 λαοὺς δὲ λίθους ποίησε Κρονίων (ἐπὶ τῶν τέκνων τῆς Νιόβης)· καὶ οὕτως ὁ Πίνδ. ἑρμηνεύει τὴν λέξιν ἐκ τοῦ μύθου τοῦ Δευκαλίωνος, Ο. 9. 66 κ. ἑξ.· πρβλ. Ἐπίχ. παρὰ τῷ Σχολ. ἐν τόπῳ, Ἀπολλόδ. 1. 7, 3· ἄλλως Φιλόχ. 120. ― Ἐκ τῆς αὐτῆς ῥίζης παράγονται αἱ λέξ. λάϊτος, λήιτος, λειτουργία· ― ὁ δὲ ἀρχικὸς τύπος ὅτι ἦτο ΛΑϜ, ὡς φαίνεται ἐκ τῶν κυρ. ὀνομάτων Λευτυχίδης (Λεωτυχίδης), Λαυαγήτας (Συλλ. Ἐπιγρ. 1466), Λαϝ-οκόϝων (Ἐπιγραφ. παρὰ Prisc. 1. 22., 6. 69)· πρβλ. Γοτθ. jagga-lauths (νεανίσκος)· (Ἀγγλο-Σαξον. lewed, lœwd (λαϊκός, ἀμαθής)· Ἀρχ. Γερμ. liut (leute)· Σλαυ. ljudu· Λιθ. laudis.)

French (Bailly abrégé)

οῦ (ὁ) :
ion. att. λεώς;
I. peuple, en tant que réunion d’hommes, foule, masse ; p. suite :
1 foule des guerriers, armée (chefs et soldats);
2 foule du peuple ; particul. paysans, artisans, marins ; en gén. λαοὶ ἐγχώριοι ESCHL les nationaux, les habitants du pays ; μέροπες λαοί ESCHL les mortels;
3 foule en gén. ; d’où la formule ἀκούετε, λεῴ AR écoutez, vous tous;
II. peuple, en tant que nation : Λυδῶν τε λαὸς καὶ Φρυγῶν ESCHL le peuple lydien et phrygien ; Ἀχαιῶν λαός IL le peuple achéen, càd grec.
Étymologie: DELG vieux mot *λαϜος à sens collectif, cf. all. Leute.

English (Slater)

λᾱός (-ῷ, -όν; -οί, -ῶν, -οῖς(ι).)
   1 people, folk Δωριεῖ λαῷ (O. 8.30) κτισσάσθαν λίθινον γόνον (sc. Πύρρα καὶ Δευκαλίων). λαοὶ δ' ὀνύμασθεν (O. 9.46) πόλιν δ' ὤπασεν λαόν τε διαιτᾶν (O. 9.66) τόνδε λαὸν ἀβλαβῆ νέμων (O. 13.27) “ἱππόταις εὔθυνε λαοῖς δίκας” (P. 4.153) “ἀφίξεται λαῷ σὺν ἀβλαβεῖ Ἄβαντος εὐρυχόρους ἀγυιάς” (sc. Ἄδραστος: i. e. with the army he led against Thebes) (P. 8.54) “ἐπὶ λαὸν ἀγείραις νασιώταν ὄχθον ἐς ἀμφίπεδον” (P. 9.54) Περσεὺς Σερίφῳ λαοῖσί τε μοῖραν ἄγων (P. 12.12) ὤπασε δὲ Κρονίων πολέμου μναστῆρά οἱ χαλκεντέος λαὸν ἵππαιχμον (N. 1.17) ἀγλαίαισιν δ' ἀστυνόμοις ἐπιμεῖξαι λαόν (N. 9.32) καρπὸς ἐλαίας ἔμολεν Ἥρας τὸν εὐάνορα λαόν i. e. to Argos (N. 10.36) “Αἴαντα, λαῶν ἐν πόνοις ἔκπαγλον Ἐνυαλίου” the peoples of the Warlord = armies (I. 6.53) καλῶν μὲν ὦν μοῖράν τε τερπνῶν ἐς μέσον χρὴ παντὶ λαῷ δεικνύναι fr. 42. 4. τὰν δὲ λαῶν γενεὰν δαρὸν ἐρέπτοι (Pae. 1.9) σέθ]εν Ἰάονι τόνδε λαῷ [παι]ᾶνα [δι]ώξω people of Abdera Πα. 2. 3. λ]αὸν ἀστῶν (Pae. 2.48) ]λαὸν[ (Pae. 6.179) ]λαῶν ξενοδαίκτα βασιλῆος i. e. of Laomedon fr. 140a. 56 (30). dub., [λαοὺς ἐλάσαντες] (supp. von Arnim) (Pae. 2.62)

English (Abbott-Smith)

λαός, -οῦ, ὁ, [in LXX very freq. for עַם, Ge 14:16, al.; occasionally for לְאֹם ( Ge 25:23, al.), etc.;]
a word rarely found in Att. prose;
1.the people at large (Hom., al.), esp. of people assembled: Mt 27:25, Lk 1:21 3:15 al.; pl. (Hom., al., π.; v. MM, xvi), Ac 4:27.
2.a people, those of the same race and language (Pind., Æsch., al.: in LXX, Ge 26:11, Ex 9:16, al.): joined with γλῶσσα, φυλή, ἔθνος, Re 5:9 7:9 11:9, al.; pl., Lk 2:31, Ro 15:11; esp. as almost always in LXX, of Israel, Mt 4:23, Mk 7:6, Lk 2:10, Jo 11:50, He 2:17, al.; opp. to τ. ἔθνη, Ac 26:17, 23 Ro 15:10; πρεσβύτεροι (πρῶτοι, etc.) τοῦ λ., Mt 21:23, Lk 19:17, Ac 4:8, al.; ὁ λ. μου (αὐτοῦ, τ. θεοῦ), Mt 2:6, Lk 1:68, He 11:25, al.; of the people disting. from the rulers and priests ( I Es 1:10, Jth 8:9, al.), Mt 26:5, Lk 20:19, He 5:3,al.; of Christians, as the people of God, Ac 15:14, Ro 9:25, 26 He 4:9; περιούσιος, Tit 2:14; εἰς περιποίησιν, I Pe 2:9 (LXX). SYN.: v.s. δῆμος.

English (Strong)

apparently a primary word; a people (in general; thus differing from δῆμος, which denotes one's own populace): people.

English (Thayer)

λαοῦ, ὁ (cf. Curtius, § 535)); the Sept. more than fifteen hundred times for עַם; rarely for גּוי and לְאֹם; (from Homer down); people;
1. a people, tribe, nation, all those who are of the same stock and language: universally, of any people; joined with γλῶσσα, φυλή, ἔθνος, omits); γλῶσσα, 2); πάντες οἱ λαοί. 2:31; ἔθνος); Ἰσραήλ added, τοῖς ἔθνεσιν, λαοί Ἰσραήλ (R. V. the peoples of Isa.) seems to be used of the tribes of the people (like עַמִּים, οἱ πρεσβύτεροι τοῦ λαοῦ, οἱ γραμματεῖς τοῦ λαοῦ, οἱ πρῶτοι τοῦ λαοῦ, τό πρεσβυτέριον τοῦ λαοῦ, ἄρχοντες τοῦ λαοῦ, τοῦ Θεοῦ, αὐτοῦ, μου (i. e. τοῦ Θεοῦ, Hebrew יְהוָה עַם, הָאֱלֹהִים עַם), the people whom God has chosen for himself, selected as peculiarly his own: Winer's Grammar, § 19,1; the name is transferred to the community of Christians, as that which by the blessing of Christ has come to take the place of the theocratic people of Israel, εἰς περιποίησιν added, περιούσιος, ὁ λαός the people (of Israel) is distinguished from its princes and rulers (1Esdr. 1:10 1Esdr. 5:45; WH Tr marginal reading read ὄχλος); of a great part of the population gathered together anywhere: τό πλῆθος τοῦ λαοῦ, δῆμος, at the end)

Greek Monolingual

ο (AM λαός, Α ιων. τ. ληός, αττ. τ. λεώς, Μ και λᾱς, ὁ, και λᾱς, οἱ
1. σύνολο ατόμων που αποτελούν μια κοινότητα, ένα φύλο, μια φυλή ή ένα έθνος, λόγω κοινής καταγωγής, ιστορίας, πολιτιστικών παραδόσεων, συχνά και κοινής θρησκείας ή γλώσσας (α. «μικρός λαός και πολεμά δίχως σπαθιά και βόλια», Γ. Ρίτσος
β. «ο ελληνικός λαός»)
2. ο πληθυσμός μιας χώρας, μιας περιοχής ή ενός οικιστικού κέντρου (α. «ο λαός της Σάμου υποδέχθηκε τον πρωθυπουργό» β. «πᾱς Καδμείων λεώς», Σοφ.)
3. πλήθος ανθρώπων (α. «ο λαός ήταν συγκεντρωμένος στην πλατεία από νωρίς το πρωί» β. «λαοὶ δὲ περίτρεσαν ἀγροιῶται», Ομ. Ιλ.)
νεοελλ.
1. τα λαϊκά στρώματα, σε αντιδιαστολή προς τα ανώτερα ως προς τον πλούτο, την κοινωνική αναγνώριση και την πολιτική δύναμη, οι λαϊκές μάζες («ο λαός υποφέρει»)
2. οι πολίτες ενός κράτους που έχουν το δικαίωμα του εκλέγειν
3. παροιμ. «φωνή λαού οργή Θεού» — η λαϊκή εξέγερση μπορεί να επιφέρει θεομηνίες
νεοελλ.-μσν.
(για ηγεμόνα) το σύνολο τών υπηκόων
μσν.
1. οπαδός, πιστός θρησκείας
2. (για εκκλησιαστικό αξιωματούχο) ποίμνιο
3. φρ. α) «λίος λαός» — οι κατώτερες λαϊκές ή στρατιωτικές τάξεις
β) «λᾱς τῶν ἁρμάτων» — οπλίτες
γ) «χοντρὸς λαός» — άξεστος κόσμος, όχλος
(μσν. -αρχ.)
1. στρατιωτική δύναμη, στρατός («ὁ μὲν μετὰ λαὸν Ἀχαιῶν ἤι, ὁ δ' ἐς Τρώων ὅμαδον κίε», Ομ. Ιλ.)
2. (στην ΠΔ) οι Εβραίοι ιδιώτες, σε αντιδιαστολή με τους ιερείς και τους λευίτες
3. (στην ΚΔ) α) οι Ιουδαίοι, σε αντιδιαστολή με τους αλλοφύλους
β) οι χριστιανοί, σε αντιδιαστολή με τους εθνικούς
4. οι λαϊκοί, σε αντιδιαστολή με τους κληρικούς.
[ΕΤΥΜΟΛ. Αρχαία λ. άγνωστης ετυμολογίας. Ο τ. λα(F)ός ήταν πιθ. περιληπτικός όρος, όπως οι αρχ. άνω γερμ. liuti, αγγλοσαξ. lēode. Ο τ. έχει συνδεθεί με τον χεττ. lahha «πόλεμος». Ο αττ. τ. λεώς έχει προέλθει από τον ιων. τ. ληός με αντιμεταχώρηση (πρβλ. νᾶός > νηός > νεώς). Ο μσν. τ. λᾶς < λαός με αποβολή (έκκρουση) του -ο- και με το ισχυρότερο φωνήεν -α-. Ο πληθ. τ. λαοί στην ελληνιστική περίοδο και αργότερα χρησιμοποιήθηκε για να δηλώσει τα γένη, τους ανθρώπους, σε αντίθεση με τους ηγέτες, τους αρχηγούς. Ο τ. λαοί απαντά και σε αιγυπτιακούς παπύρους, όπου διακρίνει τους απλούς ανθρώπους (λαϊκούς) από τους ιερείς. Στη Μυκηναϊκή η λ. λαός (πρβλ. rawaketa = laFaγέτας «ηγέτης του στρατού») είχε μάλλον στρατιωτική σημ., σε αντίθεση με τη λ. δῆμος, που είχε πολιτική σημ. Με τη σημερινή της σημ. η έννοια του λαού αντιδιαστέλλεται προς την έννοια του έθνους: ο όρος έθνος τονίζει περισσότερο το κρατικό - πολιτικό στοιχείο μιας κοινότητας, ενώ ο όρος λαός το γλωσσικό -πολιτιστικό.
ΠΑΡ. λαϊκός
νεοελλ.
λαότητα.
ΣΥΝΘ. (Α' συνθετικό) βλ. λαο-. (Β' συνθετικό) αρχ. αγησίλαος, αρχέλαος, ζευξίλεως, φιλόλαος.

Greek Monotonic

λᾱός: -οῦ, ὁ, Ιων. ληός, Αττ. λεώς· σύνολο ανθρώπων, άνθρωποι γενικά, το ίδιο στον ενικ. και πληθ., δηλ.,
1. στην πολεμική γλώσσα της Ομήρ. Ιλ., άνδρες του στρατού, στρατιώτες· ομοίως, στρατός ξηράς, αντίθ. προς τον στόλο· ομοίως, κοινοί στρατιώτες, αντίθ. προς αρχηγούς·
2. στην ειρηνική γλώσσα της Ομήρ. Οδ., άνθρωποι του λαού, λαός, απλοί άνθρωποι, υπήκοοι του άρχοντα ή του βασιλιά· ναυτικὸς λεώς, θαλασσοπόρος λαός, σε Αισχύλ.· ὁ γεωργικὸς λεώς, σε Αριστοφ.· ἀκούετε, λεῴ, άκουσε, λαέ! (ο συνηθισμένος τρόπος με τον οποίο άρχιζαν οι διακηρύξεις στην Αθήνα, όπως το ακούσατε!), στον ίδ.
3. στην Κ.Δ., λέγεται για τους Ιουδαίους και έπειτα για τους Χριστιανούς, αντίθ. προς τους ειδωλολάτρες, εθνικούς.

Russian (Dvoretsky)

λᾱός: ион.-атт. λεώς ὁ тж. pl.
1) (тж. στρατὸς или ἔθνος λαῶν Hom.) войско (λαὸν ἀγείρειν Hom.);
2) пешие бойцы, пехота (ἵπποι καὶ λ. Hom.);
3) сухопутная армия (νῆές τε καὶ λ. Hom.);
4) люди, население: λαοὶ ἀγροιῶται Hom. поселяне; ναυτικὸς λεώς Aesch. моряки, гребцы; ὁ γεωργικὸς λεώς Arph. земледельцы; ἐγχώριοι λαοί Aesch. местное население; μέροπες λαοί Aesch. человеческий род;
5) (в театре) публика, зрители (αἱ στίχες τῶν λαῶν Arph.);
6) собрание, толпа (ἀκούετε, λεῴ! Arph.; ὁ πολὺς λεώς Plat.);
7) народ, племя (Δωριεύς Pind.; Λυδῶν τε καὶ Φρυγῶν Aesch.; ξύμπας Ἀχαιῶν λ. Soph.): Κάδμου λ. Soph. = Θηβαῖοι.

Etymological

Grammatical information: m.
Meaning: (the common) folk, crowd, military, people, in the NT esp. the Jewish people, pl. the military, men, subjects, serfs, also the laity (LXX); in sing. follower (Hecat. 23J.); on use and spread amply Björck Alpha impurum 318ff. (Il., Dor., hell).
Other forms: Ion. ληός (rare), Ion. Att. λεώς (archaic a. rare)
Dialectal forms: Myc. rawaketa \/lawagetas\/ cf. Chantraine Études 88m. n. 1
Compounds: Many old compp.: ΛαϜο-πτόλεμος, Ϝιό-λαϜος (Cor.), λαγέτας m. leader of the people (Pi.) from λαϜ-αγετας, Λα-έρ-της s.v., λαο-σσόος urging the men (Hom.; s. σεύω), λαο-, λεω-φόρος carrying the people, publicly, of streets, as subst. road (Il.), Μενέλαος (Il.), -λεως Att. (Björck 104 ff.), a.o.; on the compounds Fick-Bechtel PN 184ff., and Björck l.c.
Derivatives: Few derivv. (partly because of the synonymous δῆμος, partly because of the homonymous forms of λα̃ας): 1. λαϊκός of the people, common (hell.). 2. λαώδης popular (Ph., Plu.). 3. Λήϊτος PN (Il.), λήϊτον n. (on the very rare suffix -ιτο- Schwyzer 504) townhall with the Achaeans (Hdt., Plu. with Ion.- Att. form for) λάϊτον τὸ ἀρχεῖον, λαΐτων τῶν δημοσίων τόπων H.; beside it a.o λῃ̃τον (cod. λῃτόν) δημόσιον, ληΐτη, οἱ δε λῄτη (cod. λῃτή) ἱέρεια; cf. λαιετόν townhall (Su.) [strange]. λειτόν βλάσφημον H. (correct?); Fur. 238 n. 45 objects that -ιτο- is a Pre-Greek suffix, ib. 163, 187. Deriv. ληιτιαί ἡγεμονίαι, στρατιαί H. (Scheller Oxytonierung 91).
Origin: IE [Indo-European] [00] *leh₂-u̯o- (fighting) people
Etymology: As adj. 1.member in λῃτουργέω (λειτ-) fulfill a public office on private means, provide a (public, ecclesiastical) service with λῃτουργ-ία (λειτ-) state-, service, Liturgie (Att.), -ός, -ημα etc. (hell.), comp. *ληϊτο-Ϝεργ-έω to *λήϊτα ἔργα, cf. δημιουργέω, -ός (s.v.); also λῄτ-αρχος m. public priest (Lyc. 991). - Cf. also λείτωρ. Like thr Germ. word for people, OHG liut, OE lēod, λα(Ϝ)ός was origin. an (abstracte) collective; to it came the plur. λα(Ϝ)οί as liuti, lēode Leute, to which again the sing. ληός follower as liut man, cf. Schwyzer-Debrunner 42 n. 3, Wackernagel Synt. 1,92 f. - Otherwise than with the synonymous δῆμος and στρατός, λα(Ϝ)ός, which was in Ion.-Att. never quite a thome, has no IE. etymologie, but was nevertheless old. (Not to λᾶας.) Mostly connected with Hitt. lah̯h̯a- campaign (Sturtevanr Lang. 7 (1931) 120; Tischler, Heth. etym. Glossar 5, 8). - In Maced.-Epir. PN Δρεβελαου v. Blumenthal IF 49, 181ff. finds an Illyr. pendant of Gr. Τρεφέλεως (further a PN Lava).

Middle Liddell

λᾱός, οῦ,
ionic ληός, attic λεώς;—, the people, both in sg. and pl., i. e.
1. in the warlike language of Il., the people or men of the army, soldiers; also a land-army, opp. to a fleet; the common men, opp. to their leaders
2. in the peaceful Od., men, people; so, ναυτικὸς λεώς seafaring folk, Aesch.; ὁ γεωργικὸς λεώς Ar.; ἀκούετε, λεῴ hear o people! the usual way of beginning proclamations at Athens, like our oyez! Ar.
3. in NTest. of Jews, and later of Christians, as opp. to heathens.