Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

λείαξ

Μὴ φῦναι τὸν ἅπαντα νικᾷ λόγον -> Not to be born is, past all prizing, best.
Sophocles, Oedipus Coloneus l. 1225
Full diacritics: λείαξ Medium diacritics: λείαξ Low diacritics: λείαξ Capitals: ΛΕΙΑΞ
Transliteration A: leíax Transliteration B: leiax Transliteration C: leiaks Beta Code: lei/ac

English (LSJ)

ακος, ὁ, (λεῖος)

   A beardless boy, EM562.19; λίαξ in Hsch.

German (Pape)

[Seite 23] ακος, ὁ, der unbärtige Knabe, Hesych.

Greek (Liddell-Scott)

λείαξ: ἢ λεῖαξ, ακος, ὁ, (λεῖος) «παῖς ἀρτιγένειος» Ἐτυμολ. Μέγ. 562. 19· λίαξ παρ’ Ἡσυχ.

Greek Monolingual

λείαξ, και κατά τον Ησύχ., λίαξ, -ακος, ὁ (Α)
αμούστακο αγόρι, παιδί που μόλις άρχισε να βγάζει γένια.
[ΕΤΥΜΟΛ. < λεῖος + επίθημα -αξ (πρβλ. λάβρ-αξ)].