Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

λείβω

Γελᾷ δ' ὁ μωρός, κἄν τι μὴ γέλοιον ᾖ -> The fool laughs even when there's nothing to laugh at
Menander
Full diacritics: λείβω Medium diacritics: λείβω Low diacritics: λείβω Capitals: ΛΕΙΒΩ
Transliteration A: leíbō Transliteration B: leibō Transliteration C: leivo Beta Code: lei/bw

English (LSJ)

Il.1.463, etc.: aor. inf. λεῖψαι, part. λείψας, 7.481, 24.285:— Med., aor.

   A ἐλειψάμην E.Alc.1015:—Pass., Hes.Sc.390, E.(v.infr.):— pour, pour forth, used like σπένδω in a religious sense, οἶνον λείβειν make a libation of wine, Il.1.463, Od.3.460; μέθυ 12.362; also λείβειν (without οἶνον) Il.24.285; ἐξ ἀσαμίνθου κύλικος λ. Cratin.234; esp. with a dat. of the gods to whom the libation is made, λεῖψαι Κρονίωνι Il.7.481; θεοῖς Od.2.432; in full, Διὶ λ. αἴθοπα οἶνον Il.6.266, cf. 10. 579: rare in Trag., σπονδὰς θύειν τε λ. τ' A.Supp.981; σπονδὰς θεοῖς λ. E.Ion1033:—Med., σπονδάς Id.Alc.l.c.    II like εἴβω (q.v.), let flow, shed, δάκρυα λ. Il.13.88, 658, Od.5.84, 16.214; δάκρυ λ. A. Th.51; ἐκ δ' ὀμμάτων λείβουσι δυσφιλῆ λίβα (δία cod. M) Id.Eu.54; δι' ὄμματος ἀστακτὶ λ. δάκρυον S.OC1251; τήκειν καὶ λ. (abs.) melt and liquefy one's spirit, Pl.R.411b:—Pass., of the tears, to be shed, pour forth, E.Ph.1522 (lyr.), X.Cyr.6.4.3; but also, of persons, λείβομαι δάκρυσιν κόρας have my eyes running with tears, E.Andr.532 (lyr.).    2 of other liquids, κόμαι λείβουσιν ἔλαια drip with oil, Call.Ap.38:—Pass., ἀφρὸς περὶ στόμα λείβεται Hes.l.c., cf. Pl.Ti. 82d; ὅπλα λύθρῳ λ., τύμβος λ. μέλιτι, AP6.163 (Mel.), 7.36 (Eryc.): metaph., of sound (cf. χέω), θρῆνον… λειβόμενον… σὺν καμάτῳ Pi.P. 12.10.    III in Pass., also, melt or pine away, Ar.Eq.327 (lyr.), Plu.2.681b.—σπένδω was nearly equiv. in sense, and was used in Att. Com. and Prose (exc. Pl.and X.ll.cc.).

German (Pape)

[Seite 23] träufeln, fließen lassen, vergießen, bes. wie σπένδω, vom Opfer, οἶνον, Il. 1, 463. 16, 231 Od. 3, 460; Hes. O. 726; μέθυ λείβειν, Od. 12, 362, Wein als Trankopfer ausgießen, spenden; auch mit dem dat. des Gottes, οἶνον Ἀθήνῃ λείβειν, Il. 10, 579; ohne Zusatz, spenden, ein Trankopfer bringen, 24, 285, wie λείβειν Διΐ, θεοῖς, 6, 266. 7, 481 Od. 2, 432. So vrbdt auch Aesch. θύειν τε λείβειν τε, Suppl. 959; ὅταν σπονδὰς θεοῖς μέλλωσι λείβειν, Eur. Ion 1033, u. sp. D. – Sonst noch δάκρυα λείβειν, Thränen vergießen, wie εἴβω, Il. 13, 88. 18, 32 Od. 5, 84. 158; δάκρυ λείβοντες Aesch. Spt. 51, ἐκ δ' ὀμμάτων λείβουσι δυσφιλῆ λίβα Eum. 54; δι' ὄμματος ἀστακτὶ λείβων δάκρυον Soph. O. C. 1253; Eur. Andr. 417 u. sp. D., wie δάκρυα λειβέμεν ὄσσων Orph. Arg. 546; Plat. Rep. III, 411 b vrbdt es mit τήκω, schmelzen. – Pass. sowohl δακρύοις λείβεσθαι, in Thränen zerfließen, Hes. Sc. 390; vgl. Eur. Andr. 532 λείβομαι δακρύοις κόρας; Ar. Equ. 327; auch in der Anth. öfter, wie Anyte 18 (VII, 646) δάκρυσι λειβομένη; – als δακρύοισιν λειβομένοις, von den fließenden Thränen, Eur. Phoen. 1522; u. dah. θρῆνος λειβόμενος, Pind. P. 12, 10; übh. = fließen, träufeln, λειβόμενον ἀπὸ τῶν ὀστῶν καὶ στάζον Plat. Tim. 82 d; ἐλείβετο δὲ αὐτῇ τὰ δάκρυα κατὰ τῶν παρειῶν, die Thränen rannen die Wangen herab, Xen. Cyr. 6, 4, 3; Sp., bei denen es auch übh. hinschmelzen, verschmachten bedeutet. – Medial ist Aesch. Prom. 399 ῥαδινὸν λειβομένα ῥέος παρειὰν νοτίοις ἔτεγξα παγαῖς.

Greek (Liddell-Scott)

λείβω: Ἰλ., Ἀττ. (πρβλ. εἴβω)· - ἀόρ., ἀπαρ. λεῖψαι, μετοχ. λείψας Ἰλ. Η. 481, Ω. 285. - Μέσ., ἴδε κατωτ. ΙΙ.· ἀόρ. ἐλειψάμην Εὐρ. Ἄλκ. 1015. - Παθ., Ἡσ. Ἀσπ. Ἡρ. 390, Εὐρ. (Ἐκ τῆς √ΛΙΒ παράγονται τὰ λίβει (σπένδει Ἡσύχ.), λίβα, λιβάς, λιβάδιον, λίψ, Λατ. de lĭb-utus· ἐκ τῆς ἐκτεταμένης √ΛΕΙΒ, παράγονται αἱ λ. λείβω, λείβηθρον, λοιβή, Λατ. līb-are, Lib-er· πιθ. ὡσαύτως λίμνη, λῐμήν, λειμών, καὶ Λατ. lin-o, līt-us). Χύνω, ἐκχέω, ἐν χρήσει ὡς τὸ σπένδω ἐπὶ θρησκευτικῆς ἐννοίας, οἶνον λεῖβε, κάμνε σπονδὴν ἐξ οἴνου, Ἰλ. Α. 463, Ὀδ. Γ. 460· μέθυ Μ. 362· ὡσαύτως λείβειν (ἄνευ τοῦ οἶνον) Ἰλ. Ω. 285· μάλιστα μετὰ δοτ. τῶν θεῶν εἰς οὓς ἡ σπονδὴ γίνεται, λείβειν Κρονίωνι Η. 481· θεοῖς Ὀδ. Β. 432· πλῆρες, λ. Διὶ αἴθοπα οἶνον Ἰλ. Ζ. 266, πρβλ. Κ. 579· σπάνιον, σπονδὰς θύειν τε λ. τε Αἰσχύλ. Ἱκέτ. 981· σπονδὰς θεοῖς λ. Εὐρ. Ἴων 1033. ΙΙ. ὡς τὸ εἴβω (ὃ ἴδε), ἀφίνω τι νὰ ῥεύσῃ, χέω, χύνω, δάκρυα λ. Ἰλ. Ν. 88, 658, Ὀδ. Ε. 84., ΙΙ. 214· οὕτω παρὰ Τραγ., δάκρυ λ. Αἰσχύλ. Θήβ. 51· ἐκ δ’ ὀμμάτων λείβουσι δυσφιλῆ λίβα ὁ αὐτ. ἐν Εὐμ. 54· δ’ ὄμματος ἀστακτὶ λ. δάκρυον Σοφ. Ο. Κ. 1251· τήκειν καὶ λ. (ἀπολ.), τήκω καὶ ὑγροποιῶ, Πλάτ. Πολ. 411Β. - Παθ., ἐπὶ τῶν δακρύων χύνομαι ἢ ῥέω, Εὐρ. Φοίν. 1522, Ξεν. Κύρ. 6. 4, 3· ἀλλ’ ὡσαύτως ἐπὶ προσώπων, λείβεσθαι δακρύοις κόρας, ἔχων τοὺς ὀφθαλμούς μου πλήρεις δακρύων, ῥέοντας δάκρυα, Εὐρ. Ἀνδρ. 532. 2) οὕτως ἐπὶ ἄλλων ὑγρῶν, λείβουσιν ἔλαια, στάζουσιν ἐξ ἐλαίου, Καλλ. Ἀπ. 38. - Παθ., ἀφρὸς περὶ στόμα λείβεται Ἡσ. Ἀσπ. Ἡρ. 390, πρβλ. Πλάτ. Τίμ 82D· ὅπλα λ. λύθρῳ, τύμβος μέλιτι Ἀνθ. Π. 6. 163., 7. 36· - μεταφ. ἐπὶ ἤχου (πρβλ. χέω), λειβόμενον... σὺν καμάτῳ Πινδ. Π. 12. 17. ΙΙΙ. ἐν τῷ Παθ., ὡσαύτως, τήκομαι, κατατήκομαι, φθείρομαι, φθίνω, Ἀριστοφ. Ἱππ. 327, πρβλ. Πλούτ. 2. 681Β. - σπένδω εἶναι σχεδὸν ἰσοδύναμον καὶ εἶναι τὸ ἐν χρήσει ῥῆμα παρὰ τοῖς ἀττ. κωμ. καὶ πεζογράφοις.

French (Bailly abrégé)

f. inus., ao. ἔλειψα, pf. inus.
Pass. seul. prés. et impf.
1 verser goutte à goutte, épancher : δάκρυα IL verser des larmes ; Pass. être arrosé;
2 particul. verser pour des libations : οἶνον IL, OD, μέθυ OD faire une libation de vin ; λ. Διὶ οἶνον, offrir à Zeus une libation de vin ; abs. λείβειν ou λείβειν θεοῖς OD offrir une libation aux dieux;
3 faire fondre, liquéfier;
Moy. λείβομαι seul. prés. et impf.
1 tr. verser des libations, acc.;
2 intr. tomber goutte à goutte, s’épancher.
Étymologie: DELG pê apparenté à λείπω, « verser les gouttes qui restent ».

English (Autenrieth)

ipf. λεῖβε, aor. inf. λεῖψαι: pour (in drops), shed, δάκρυα often; also esp., pour a libation, (οἶνον) τινί, or drink-offering; abs., Il. 24.285. (See cut No. 77 on next page; cf. also Nos. 21 and 95.)

English (Slater)

λείβω
   1 pur out met. (θρῆνος)· τὸν παρθενίοις ὑπό τ' ἀπλάτοις ὀφίων κεφαλαῖς ἄιε λειβόμενον δυσπενθέι σὺν καμάτῳ (P. 12.10) ]λειβόμενον δ[ Δ. 1. 4.

Greek Monolingual

λείβω (Α)
1. κάνω σπονδή χύνοντας οίνο, σπένδω («Διὶ λείβειν αἴθοπα οἶνον», Ομ. Ιλ.)
2. αφήνω κάτι να ρεύσει, χέω, χύνω κάτι («δάκρυα λεῑβον», Ομ. Ιλ.)
3. τρέχουν τα μάτια μου, κλαίωλείβομαι δάκρυσιν κόρας» — έχω τα μάτια γεμάτα δάκρυα, Ευρ.)
4. (για διάφορα υγρά) στάζω
5. παθ. λείβομαι
α) (για ήχο) διαχέομαι
β) φθείρομαι, φθίνω, τήκομαι, λειώνω.
[ΕΤΥΜΟΛ. Το ρ. λείβω μαρτυρείται εκ παραλλήλου με τον τ. λίψ και είναι αβέβαιο ποιος είναι ο αρχικός τ. Το λίψ εμφανίζει τη μηδενισμένη βαθμίδα του λείβω (πρβλ. νείφει: νίφα), ενώ το λοιβή την ετεροιωμένη. Το ρ. λείβω συνδέεται με λατ. libo «εκχέω, σπένδω» και με λ. της βαλτοσλαβικής οικογένειας που δεν εμφανίζουν ληκτικό -b- (πρβλ. αρχ. σλαβ. lějo, liti, λιθουαν. lieju, lieti, όλοι οι τ. με σημ. «χύνω, εκχέω»). Η αρχική σημ. της λ. (και γενικά της λεξιλογικής ομάδας) ήταν «χύνω κάτι σταγόνα σταγόνα». Στους πεζογράφους η λ. χρησιμοποιήθηκε με θρησκευτική σημ. «κάνω σπονδές, χοές» και αντικατέστησε το ρ. σπένδω.
ΠΑΡ. αρχ. λείβδην, λοιβή
αρχ.-μσν.
λείβηθρον.
ΣΥΝΘ. (Β' συνθετικό) αρχ. απολείβω, επιλείβω, επιλλείβω, καταλείβω, συλλείβω, υπολείβω].

Greek Monotonic

λείβω: (από √ΛΙΒ), απαρ. αορ. λεῖψαι, μτχ. λείψας· — Μέσ., αόρ. ἐλειψάμην·
I. χύνω, εκχέω, οἶνον λείβειν, κάνω σπονδή με κρασί, σε Όμηρ.· επίσης, λείβειν (χωρίς το οἶνον), σε Ομήρ. Ιλ.· λείβειν θεοῖς, σε Ομήρ. Οδ.
II. όπως το εἴβω, αφήνω κάτι να κυλήσει, χύνω, δάκρυα λείβω, σε Όμηρ., Τραγ. — Παθ., λέγεται για τα δάκρυα, χύνομαι, εκρέω, σε Ευρ., Ξεν.· λέγεται για πρόσωπα, λείβεσθαι δακρύοις κόρας, έχω τα μάτια μου γεμάτα δάκρυα, σε Ευρ.· μεταφ., λέγεται για τον ήχο, σε Πίνδ.
III. στην Παθ. επίσης, λιώνω, φθείρομαι, τήκομαι, σε Αριστοφ.

Russian (Dvoretsky)

λείβω: тж. med.
1) лить, проливать, струить (δάκρυα Hom. etc., med. Xen.); med.-pass. литься, разливаться (ἀφρὸς περὶ στόμα λείβεται Hes.; θρῆνος λειβόμενος Pind.; ῥεῖν καὶ λ. Plut.);
2) med.-pass. (тж. λ. δακρύοις κόρας Eur.) быть в слезах, горько плакать Eur., Xen.;
3) культ. совершать возлияние, возливать (μέθυ, Διῒ οἶνον Hom.; σπονδὰς θεοῖς Eur.);
4) расплавлять, растапливать (ὥσπερ σίδηρον Plat.).

Frisk Etymological English

Grammatical information: v.
Meaning: pour (forth), make a libation (Il.).
Other forms: aor. λεῖψαι,
Compounds: also with prefix, e. g. κατα-, ἐπι-.
Derivatives: A. λειβῆνος ὁ Διόνυσος H., λείβηθρον (λίβ-) n. dripping place (Eup. 428), λείβδην by drops (EM). - B. With ablaut: λοιβή f. sacrifice of drinks, gift (Il.) with λοιβ-εῖον (Plu.), -ίς (Antim., inscr.), -άσιον (Epich.) vase for spilling, -αῖος belonging to spilling (Ath.); λοιβᾶται σπένδει, θύει H. (cf. below). - C. With zero-grade: 1. *λιψ f., only gen. λιβός, acc. λίβα drink-offering, drip (A., A. R.) with λιβηρός wet (Hp. ap. Gal.); 2. λίψ, λιβός m. "the dripper", name of the rainbringing Southwest-, (West)wind, also as name of the heavenly region Southwest, West (Hdt., Arist.) with λιβικός (south)western (pap.). For λίψ ... πέτρα, ἀφ' ἧς ὕδωρ στάζει H. cf. αἰγίλιψ. 3. From λίψ : λιβάς, -άδος f. spring, fount etc. (trag. etc.) with the dimin. λιβάδιον (Str., Plu.), also χωρίον βοτανῶδες', i. e. wet meadow (H., EM), λιβάζω, -άζομαι drip (AP, Poll.), ἀπο- λείβω metaph. throw away, remove oneself (com.). 4. λίβος n. = λιβάς (A. Ch. 448 [lyr.], Gal.). - On λιβρός s. v.
Origin: IE [Indo-European] [664] [not in Pok!] *lei-b- pour out, drip
Etymology: The regelar fullgrade thematic λείβω (with λεῖψαι) and the zero grade primary noun λίψ stand side by side in Greek (cf. νείφει : νίφ-α; quite uncertain λίβει σπένδει, ἐκχύνει H.). - To λοιβᾶται (from λοιβή, s. above) Lat. lībāre pour out, spill can be a direct counterpart (cf. Porzig Satzinhalte 254, 322), but it can also be a an independent iterative deverbative (so certainly dēlibūtus, if with ū after imbūtus); quite doubtful is λαβά σταγών H., after v. Blumenthal Hesychst. 18 f. Maced. or Messap. for λοιβά. If we remove the -b-, we can adduse other words for pour (out), e. g. OCS lьjǫ, lějǫ, liti, Lith. líeju, líeti, s. Bq, WP. 2, 392f., W.-Hofmann s. lībō, Vasmer Wb. s. litь, Fraenkel Wb. s. líeti; always with further connections. - The length in ὄφρα λείψαντε (Ω 285 = ο 149) must not prove λλ- < IE sl-; cf. Chantraine Gramm. hom. 1, 176. A riming form is εἴβω, s. v.

Middle Liddell

[from Root !λιβ]
I. to pour, pour forth, οἶνον λείβειν to make a libation of wine, Hom.; also λείβειν (without οἶνον) Il.; λείβειν θεοῖς Od.
II. like εἴβω, to let flow, shed, δάκρυα λ. Hom., Trag.: —Pass., of the tears, to be shed, pour forth, Eur., Xen.; of persons, λείβεσθαι δακρύοις κόρας to have one's eyes running with tears, Eur.: metaph. of sound, Pind.
III. in Pass., also, to melt or pine away, Ar.

Frisk Etymology German

λείβω: {leíbō}
Forms: Aor. λεῖψαι,
Grammar: v.
Meaning: träufeln, gießen, Trankopfer ausgießen (vorw. poet. seit Il.).
Composita : auch mit Präfix, z. B. κατα-, ἐπι-,
Derivative: Ableitungen. A. λειβῆνος· ὁ Διόνυσος H., λείβηθρον (λίβ-) n. Traufe, Stelle wo das Wasser träufelt (Eup. 428), λείβδην tropfenweise (EM). — B. Mit Ablaut: λοιβή f. Trankopfer, Spende (vorw. poet. seit Il.) mit λοιβεῖον (Plu.), -ίς (Antim., Inschr.), -άσιον (Epich.) Gefäß zum Spenden, -αῖος zur Spende gehörig (Ath.); λοιβᾶται· σπένδει, θύει H. (vgl. unten). — C. Daneben mit Schwundstufe: 1. *λιψ f., nur Gen. λιβός, Akk. λίβα Trankopfer, Tropfen (A., A. R.) mit λιβηρός feucht (Hp. ap. Gal.); 2. λίψ, λιβός m. "der Träufler", N. des regenbringenden Südwest-, (West)windes, auch als Ben. der Himmelsgegend Südwest, West (Hdt., Arist. usw.) mit λιβικός ‘(süd)westlich’ (Pap.). Zu λίψ· ... πέτρα, ἀφ’ ἧς ὕδωρ στάζει H. vgl. αἰγίλιψ. 3. Von λίψ : λιβάς, -άδος f. Erguß, Quellstrom (Trag. usw.) mit dem Demin. λιβάδιον (Str., Plu. u. a.), auch ’χωρίον βοτανῶδες’, d. h. feuchte Wiese (H., EM), λιβάζω, -άζομαι ‘(sich) ergießen’ (AP, Poll. u. a.), ἀπο- ~ übertr. wegwerfen, sich entfernen (Kom.). 4. λίβος n. = λιβάς (A. Ch. 448 [lyr.], Gal.). — Zu λιβρός s. bes.
Etymology : Das regelmäßige hochstufige thematische λείβω (mit λεῖψαι) und das schwundstufige primäre Nomen λίψ stehen im Griech. unvermittelt nebeneinander (vgl. νείφει : νίφα; ganz unsicher λίβει· σπένδει, ἐκχύνει H.); ob dem Verb oder dem Nomen die Priorität zukommt, bleibt offen. — Zu λοιβᾶται (von λοιβή, s. oben) kann lat. lībāre ausgießen, spenden eine direkte Entsprechung sein (vgl. Porzig Satzinhalte 254, 322); es läßt sich auch als ein davon unabhängiges iteratives Deverbativum auffassen (so sicher dēlĭbūtus, wenn mit ū nach imbūtus); ganz fraglich ist λαβά· σταγών H., nach v. Blumenthal Hesychst. 18 f. maked. od. messap. für λοιβά. Wenn man das -b- abstreift, lassen sich auch andere Wörter für gießen einbeziehen, z. B. aksl. lьjǫ, lějǫ, liti, lit. líeju, líeti, s. Bq, WP. 2, 392f., W.-Hofmann s. lībō, Vasmer Wb. s. litь, Fraenkel Wb. s. líeti; überall m. Lit. und weiteren Anknüpfungen. — Die Messung ὄφρα λείψαντε (Ω 285 = ο 149) braucht nicht auf λλ- < idg. sl- zu weisen; vgl. Chantraine Gramm. hom. 1, 176. Ein Reimwort ist εἴβω, s. d.
Page 2,96-97