Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

λεκανορώδη

Γελᾷ δ' ὁ μωρός, κἄν τι μὴ γέλοιον ᾖ -> The fool laughs even when there's nothing to laugh at
Menander

Greek Monolingual

τα
βοτ. τάξη λειχήνων που ανήκει στην κλάση ασκομύκητες.
[ΕΤΥΜΟΛ. Αντιδάνεια λ., πρβλ. αγγλ. lecanorales < lecanora (< λεκάνη + ὥρα) + κατάλ. -ales].