Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

λευκόν

τύμβος, ὦ νυμφεῖον, ὦ κατασκαφής οἴκησις αἰείφρουρος, οἷ πορεύομαι πρὸς τοὺς ἐμαυτῆς -> Tomb, bridal chamber, eternal prison in the caverned rock, whither I go to find mine own.
Sophocles, Antigone, 883
Full diacritics: λευκόν Medium diacritics: λευκόν Low diacritics: λευκόν Capitals: ΛΕΥΚΟΝ
Transliteration A: leukón Transliteration B: leukon Transliteration C: lefkon Beta Code: leuko/n

English (LSJ)

τό,

   A white, as a colour, τὸ λ. οἶδεν knows white from black, Ar.Eq.1279; opp. μέλαν, Pl.Prt.331d.    2 a white dress, λευκὸν ἀμπέχει are dressed in white, Ar.Ach.1024; ἠμφιεσμένη λευκά Id.Th. 840.    3 white of egg, Hp.Nat.Mul.32, Arist.GA753a35, Dsc.2.50.    4 τὰ λ. the whites of the eyes, Hp.Prog.2, Alex.222.9, cf. Arist.HA492a1.    5 τὰ λ. the menstrua alba of young girls, Id.GA738a26, HA581b2; more generally, Hp.Prorrh.1.80, Epid. 4.22.    6 of a white formation in testaceans, Arist.HA529a3.

Greek (Liddell-Scott)

λευκόν: τό, ὡς χρῶμα, τὸ λ. οἶδεν, γνωρίζει νὰ διακρίνῃ τὸ λευκὸν ἀπὸ τοῦ μέλανος, Ἀριστοφ. Ἱππ. 1279, πρβλ. Πλάτ. Πρωτ. 331D, κ. ἀλλ. 2) λευκὸν ἔνδυμα, εἶτα λευκὸν ἀμπέχει; καὶ φορεῖς λευκά; Ἀριστοφ. Ἀχ. 1024· ἠμφιεσμένη λευκὰ ὁ αὐτ. ἐν Θεσμ. 840. 3) τὸ λεύκωμα ἢ ἀσπράδι τοῦ ᾠοῦ, Ἀριστ. π. Ζ. Γεν. 3. 2, 1. κ. ἀλλ. 4) τὰ λ., τὸ λεύκωμα τῶν ὀφθαλμῶν, Ἄλεξ. ἐν «Ταραντίνοις» 4. 9, πρβλ. Ἀριστ. π. τὰ Ζ. Ἱστ. 1. 10. 5) τὰ λευκά, ἴδε ἐν λέξ. λευκά.

Greek Monotonic

λευκόν: τό,
1. το λευκό σαν χρώμα, τὸ λευκὸν οἶδεν, ξέρει να ξεχωρίζει το λευκό από το μαύρο, σε Αριστοφ.
2. λευκό ένδυμα, λευκὸν ἀμπέχει, ντυμένοι στα λευκά, στον ίδ.

Russian (Dvoretsky)

λευκόν: τό
1) белый цвет, белизна Plat. etc.: τὸ λευκὸν εἰδέναι погов. Arph. знать белое, т. е. уметь отличать белое от черного;
2) белое платье: λ. ἀμπέχεσθαι Arph. быть одетым в белое;
3) яичный белок (τὰ ᾠὰ ἔχει τὸ λ. καὶ τὸ ὠχρόν Arst.);
4) (тж. λ. ὀφθαλμοῦ и ὄμματος Arst.) глазной белок Arst.

Middle Liddell

λευκόν, οῦ,
1. white, as a colour, τὸ λ. οἶδεν knows black from white, Ar.
2. a white dress, λευκὸν ἀμπέχει are dressed in white, Ar.