Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

λεύκα

Ὄττω τις ἔραται -> Whatever one loves best | Whom you desire most
Sappho

Greek Monolingual

και λεύκη, η βοτ.
κοινή ονομασία τών ειδών του γένους αγγειόσπερμων δικότυλων φυτών πόπουλος, που ανήκει στην οικογένεια σαλικίδες.
[ΕΤΥΜΟΛ. < λεύκη, κατά τα θηλ. ουσ. σε -α (πρβλ. βελόνη: βελόνα, ζέστη: ζέστα)].

Russian (Dvoretsky)

λεύκα: ἡ дор. = λεύκη.