Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ληϊβοτήρ

Τοῦ ὅλου οὖν τῇ ἐπιθυμίᾳ καὶ διώξει ἔρως ὄνομα → Love is the name for our pursuit of wholeness, for our desire to be complete
Plato, Symposium, 192e10
Click links below for lookup in third sources:
Full diacritics: ληϊβοτήρ Medium diacritics: ληϊβοτήρ Low diacritics: ληϊβοτήρ Capitals: ΛΗΪΒΟΤΗΡ
Transliteration A: lēïbotḗr Transliteration B: lēibotēr Transliteration C: liivotir Beta Code: lhi+both/r

English (LSJ)

ῆρος, ὁ, (λήϊον A) A crop-consuming, crop-destroying, Suid., etc.: fem., σῦς ληϊβότειρα Od. 18.29.

* Abbreviations: ALL | General | Authors & Works

German (Pape)

[Seite 38] ῆρος, ὁ, der die Saat verwüstet, VLL.

Greek Monolingual

ληϊβοτήρ, -ῆρος, ὁ, θηλ. ληϊβότειρα (Α)
αυτός που κατατρώγει, που καταστρέφει τα σπαρτά («πάντας ὀδόντας γναθμῶν ἐξελάσαιμι συὸς ὣς ληϊβοτείρης», Ομ. Οδ.).
[ΕΤΥΜΟΛ. < λήϊον «σπαρτά στην ακμή τους» + -βοτήρ (< θ. βο- του βόσκω), πρβλ. μηλοβοτήρ.

Greek Monotonic

ληϊβοτήρ: -ῆρος, ὁ (λήϊον), αυτός που κατατρώει τα σπαρτά, που τα καταστρέφει· θηλ., σῦς ληιβότειρα, σε Ομήρ. Οδ.