Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

λιβανοπώλης

τύμβος, ὦ νυμφεῖον, ὦ κατασκαφής οἴκησις αἰείφρουρος, οἷ πορεύομαι πρὸς τοὺς ἐμαυτῆς -> Tomb, bridal chamber, eternal prison in the caverned rock, whither I go to find mine own.
Sophocles, Antigone, 883
Full diacritics: λῐβᾰνοπώλης Medium diacritics: λιβανοπώλης Low diacritics: λιβανοπώλης Capitals: ΛΙΒΑΝΟΠΩΛΗΣ
Transliteration A: libanopṓlēs Transliteration B: libanopōlēs Transliteration C: livanopolis Beta Code: libanopw/lhs

English (LSJ)

Dor. -ᾱς, ου, ὁ,

   A = λιβανωτοπώλης, in gen. pl. -πωλᾶν, SIG1000.15 (Cos, i B.C.).

Greek Monolingual

ο (Α λιβανοπώλης, δωρ. τ. λιβανοπώλας)
αυτός που πουλά λιβάνι, λιβανάς.
[ΕΤΥΜΟΛ. < λίβανος + -πώλης (< πωλῶ)].