Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

λιβανοφόρος

Ἓν οἶδα, ὅτι οὐδὲν οἶδα –> I know only one thing, that I know nothing | all I know is that I know nothing.
Diogenes Laertius, Lives of the Philosophers, Book 2 sec. 32.
Click links below for lookup in third sources:
Full diacritics: λῐβᾰνοφόρος Medium diacritics: λιβανοφόρος Low diacritics: λιβανοφόρος Capitals: ΛΙΒΑΝΟΦΟΡΟΣ
Transliteration A: libanophóros Transliteration B: libanophoros Transliteration C: livanoforos Beta Code: libanofo/ros

English (LSJ)

ον, A bearing frankincense, χώρα, δένδρα, Heraclid. Cum.4, Peripl.M.Rubr.29, Dsc.1.68 (nisi leg. λιβανωτοφ-); contributing frankincense, βάρβαροι (written λιβανω-) OGI199.20 (ii A.D.).

* Abbreviations: ALL | General | Authors & Works

German (Pape)

[Seite 42] Weihrauch tragend, hervorbringend, χώρα, Ath. XII, 517 b.

Greek (Liddell-Scott)

λῐβᾰνοφόρος: -ον, φέρων λιβανωτόν, θυμίαμα, λιβανοφόρος χώρα Ἀθήν. 517Β· ἐν Ἀραβίᾳ τῇ λιβανωφόρῳ (διάφ. γραφ. λιβανωτοφόρῳ) Διοσκ. 1. 81.

Greek Monolingual

-ο (Α λιβανοφόρος, -ον)
αυτός που παράγει λιβάνι («ἐν Ἀραβίᾳ τῇ λιβανοφόρῳ», Διοσκ.)
αρχ.
αυτός που καταβάλλει ως φόρο λιβάνι.
[ΕΤΥΜΟΛ. < λίβανος + -φόρος (< φέρω)].