Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

λιπόδερμος

Ὁ δ' ἀνεξέταστος βίος οὐ βιωτὸς ἀνθρώπῳ -> The unexamined life is not worth living
Plato, Apology of Socrates 38a
Full diacritics: λῐπόδερμος Medium diacritics: λιπόδερμος Low diacritics: λιπόδερμος Capitals: ΛΙΠΟΔΕΡΜΟΣ
Transliteration A: lipódermos Transliteration B: lipodermos Transliteration C: lipodermos Beta Code: lipo/dermos

English (LSJ)

ον,

   A without a skin, of ulcers, ibid.; without a foreskin, Sor.1.103; circumcised, Dsc.2.82, Crito ap. Gal. 12.449, Gal.19.445, Paul.Aeg.6.53.

German (Pape)

[Seite 51] = λειπόδερμος, Galen.

Greek (Liddell-Scott)

λιπόδερμος: -ον, μὴ ἔχων δέρμα τι· περιτετμημένος, Γαλην. 19. 445, κτλ.

Greek Monolingual

λιπόδερμος, -ον (AM) αυτός που δεν έχει δέρμα, ο χωρίς επιδερμίδα
αρχ.
αυτός που έχει υποστεί περιτομή.
[ΕΤΥΜΟΛ. < λιπ(ο)- + -δερμος (< δέρμα), πρβλ. λεπτό-δερμος, παχύ-δερμος].