Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

λιχάς

Ἐς δὲ τὰ ἔσχατα νουσήματα αἱ ἔσχαται θεραπεῖαι ἐς ἀκριβείην, κράτισται -> For extreme diseases, extreme methods of cure, as to restriction, are most suitable.
Corpus Hippocraticum, Aphorisms 1.6.2
Full diacritics: λῐχάς Medium diacritics: λιχάς Low diacritics: λιχάς Capitals: ΛΙΧΑΣ
Transliteration A: lichás Transliteration B: lichas Transliteration C: lichas Beta Code: lixa/s

English (LSJ)

άδος, ἡ,

   A the space between the forefinger (λιχανός) and thumb, the lesser span, Hero *Geom.4, Poll.2.158.    II = ἀπότομος, Hsch.    III λιχάδες· ὄστρεα πάντα, οἱ δὲ λίθοι καὶ ψῆφοι καὶ κογχύλια, Id.

Greek (Liddell-Scott)

λῐχάς: -άδος, ἡ, ἐπὶ μέτρου τὸ διάστημα τὸ μεταξὺ τοῦ λιχανοῦ καὶ τοῦ ἀντίχειρος ὅταν ἐντείνῃ τις αὐτούς, ἡ μικρὰ σπιθαμή, κοινῶς «τὸ φουρκί», Πολυδ. Β΄, 158. ΙΙ. = ἀπότομος, Ἡσύχ.

French (Bailly abrégé)

άδος (ἡ) :
distance entre le pouce et l’index.
Étymologie: λιχανός.

Greek Monolingual

λιχάς, -άδος, ἡ (Α)
1. το διάστημα μεταξύ του αντίχειρα και του δείκτη, η μικρή πιθαμή, το ρούπι
2. (κατά τον Ησύχ.) α) απότομος
β. (στην ονομ. πληθ.) «λιχάδες
ὄστρεα πάντα, οἱ δὲ λίθοι καὶ ψῆφοι καὶ κογχύλια».
[ΕΤΥΜΟΛ. < θ. λιχ- (μηδενισμένη βαθμίδα της ρίζας λειχ- του ρ. λείχω «γλείφω») + κατάλ. -άς (πρβλ. μον-άς, πεντ-άς), αντί ενός αμάρτυρου τ. λιχανάς].