Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

λογεῖον

Ὁ δ' ἀνεξέταστος βίος οὐ βιωτὸς ἀνθρώπῳ -> The unexamined life is not worth living
Plato, Apology of Socrates 38a
Full diacritics: λογεῖον Medium diacritics: λογεῖον Low diacritics: λογείον Capitals: ΛΟΓΕΙΟΝ
Transliteration A: logeîon Transliteration B: logeion Transliteration C: logeion Beta Code: logei=on

English (LSJ)

τό, (

   A λογεύς 1) prop. speaking-place: in the theatre, stage, IG11(2).161 D126 (Delos, iii B. C.), Vitr.5.7.2, Plu.Thes.16, etc.: generally, platform, Arch.Pap.2.564 (pl.), unless λογείων = λογίων.    2 = στόμα, Poll.2.98.

Greek (Liddell-Scott)

λογεῖον: τό, (λόγος) κυρίως τόπος ἔνθα ὁμιλεῖ τις· ἐν τῷ Ἀθήνησι θεάτρῳ, τὸ μέρος τῆς σκηνῆς ἔνθα οἱ κωμῳδοὶ καὶ οἱ τραγῳδοὶ ἠγωνίζοντο, Λατ. pulpitum, Βιτρούβ. 5. 8, Πλουτ. Θησ. 16. κτλ.· ἀλλ’ ἐνίοτε περιελάμβανε καὶ τὴν θυμέλην, ἐνίοτε δὲ καὶ αὐτὴν τὴν ὀρχήστραν, Λοβ. Φρύν. 163. ΙΙ. τὸ λ. τῆς κρίσεως, τὸ μαντικὸν ἐπιστήθιον ὃ ἐφόρει ὁ Ἰουδαῖος Ἀρχιερεύς, Ἑβδ. (Ἔξ. ΚΗ΄, 26), πρβλ. Φίλωνα 2. 154, Γρηγ. Νύσσ. 2. 926C.

French (Bailly abrégé)

ου (τό) :
partie de la scène où se tenaient les acteurs pour parler.
Étymologie: λόγος.

Greek Monotonic

λογεῖον: τό (λόγος), κυρίως, τόπος όπου μιλάει κάποιος· στο Αττ. θέατρο, μέρος της σκηνής το οποίο καταλάμβαναν οι υποκριτές, Λατ. pulpitum, σε Πλούτ., κ.λπ.

Russian (Dvoretsky)

λογεῖον: τό логей (часть сцены впереди просцения, куда выходили актеры для того, чтобы говорить) Plut.

Middle Liddell

λογεῖον, ου, τό, λόγος
properly a speaking-place: in the attic theatre, the part of the stage occupied by the speakers, Lat. pulpitum, Plut., etc.