Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

λοπάς

Ἦθος ἀνθρώπῳ δαίμων -> A man's character is his fate
Heraclitus, fr. B 119 Diels
Click links below for lookup in third sources:
Full diacritics: λοπάς Medium diacritics: λοπάς Low diacritics: λοπάς Capitals: ΛΟΠΑΣ
Transliteration A: lopás Transliteration B: lopas Transliteration C: lopas Beta Code: lopa/s

English (LSJ)

άδος, ἡ, A flat dish or plate, in which food was served, Ar.Eq. 1034, V.511, Men.Sam.150, Dsc.2.142, etc. b dish in sense of food-preparation, Gal.6.653, al. 2 frying-pan, Eub.109, Arched. 2.4; distinguished from τήγανον by Eub.l.c., Pl.Com.173.12. II in Com. also, = σορός (ἡ), Theopomp.Com.92. III a disease of the olive, Thphr.HP4.14.3; rotting at the root, of fig-trees, ib.5. IV shellfish, Luc.Asin.47; ὄστρεα καὶ λοπάδας Gal.4.670; v.l. for λεπάς, Thphr.HP4.6.7.

* Abbreviations: ALL | General | Authors & Works

Greek (Liddell-Scott)

λοπάς: -άδος, ἡ, πήλινον σκεῦος εἰς ὃ ἐτίθετο τροφή, Ἀριστοφ. Ἱππ. 1034, Σφ. 511, καὶ συχνὸν παρὰ Κωμ. 2) εἶδος χύτρας, λοπὰς παφλάζει βαρβάρῳ λαλήματι Εὔβουλ. ἐν «Τιτᾶσι» 1· τὰς λοπάδας ἐπιθεὶς ἐπὶ τὸ πῦρ... ἑφθὸν τὸν ἰχθὺν ἀποδίδωμι Ἀρχέδικος ἐν «Θησαυρῷ» 1. 4· διαφέρει τοῦ τηγάνου, πηδῶσι δ’ ἰχθῦς ἐν μέσοισι τηγάνοις παρ’ Εὐβούλῳ ἔνθ’ ἀνωτέρ., Ἀρχέστρ. παρ’ Ἀθην. 5C. ΙΙ. παρὰ κωμικοῖς ὡσαύτως = σορός, ἡ, Θεόπομπ. Κωμ. ἐν Ἀδήλ. 15. ΙΙΙ. ἀσθένειά τις τῆς ἐλαίας, Θεόφρ. π. Φυτ. Ἱστ. 4. 14, 3. IV. ὄστρεόν τι, Λουκ. Ὄν. 47· διάφ. γραφὴ ἀντὶ τοῦ λεπάς, Θεόφρ. αὐτόθι 4. 6, 7.

French (Bailly abrégé)

άδος (ἡ) :
I. vase de cuisine, particul.
1 vase de terre, écuelle, plat où l’on servait les aliments ; aliments servis dans ce plat;
2 poêle à frire;
II. cercueil;
III. maladie de l’écorce de l’olivier.
Étymologie: λέπω.

Greek Monolingual

η (Α λοπάς, -άδος)
πήλινο αβαθές και ανοιχτό σκεύος φαγητού, πιατέλα
αρχ.
1. το τηγάνι
2. είδος χύτρας
3. η σορός
4. ασθένεια της ελιάς
5. ασθένεια από την οποία σαπίζουν οι ρίζες της συκιάς
6. είδος οστρακοδέρμου.
[ΕΤΥΜΟΛ. < λέπω «ξεφλουδίζω». Περίεργη η σημασιολογική του εξέλιξη σε «πιατέλα» από την αρχική του σημασία, που δήλωνε μια ασθένεια τών δένδρων].

Greek Monotonic

λοπάς: -άδος, ἡ, πήλινο σκεύος για τροφή, σε Αριστοφ.

Russian (Dvoretsky)

λοπάς: άδος (ᾰδ) ἡ чаша, миска Arph., Arst., Luc.

Middle Liddell

λοπάς, άδος,
a flat dish, Ar.

English (Woodhouse)

λοπάς = dish

⇢ Look up "λοπάς" on Google | Wiktionary | LSJ full text search (Translation based on the reversal of Woodhouse's English to Ancient Greek dictionary)