Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

λοσιόν

Ἓν οἶδα, ὅτι οὐδὲν οἶδα –> I know only one thing, that I know nothing | all I know is that I know nothing.
Diogenes Laertius, Lives of the Philosophers, Book 2 sec. 32.

Greek Monolingual

η
υγρό, αλκαλούχο ή όχι, σκεύασμα για την περιποίηση του δέρματος και τών μαλλιών.
[ΕΤΥΜΟΛ. Μεταφορά στην ελλ. ξεν. όρου, πρβλ. γαλλ. lotion (< λατ. lotion, -onis «πλύση» < lotus, lautus, μτχ. παρακμ. του λατ. lavo «πλύνω»)].