Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

λουσώριος

Δῶς μοι πᾶ στῶ καὶ τὰν γᾶν κινάσω -> Give me a place to stand on, and I will move the Earth.
Archimedes

Greek Monolingual

λουσώριος, -ία, -ον (Α)
αυτός που χρησίμευε για αναψυχή («λουσώριον πλοῑον», Επιφάν.).
[ΕΤΥΜΟΛ. < λατ. lusorius «διασκεδαστικός» < λατ. lusor «παίκτης, σκώπτης»].