Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

λοχεύω

Οὐδ' ἄμμε διακρινέει φιλότητος ἄλλο, πάρος θάνατόν γε μεμορμένον ἀμφικαλύψαι -> Nor will anything else divide us from our love before the fate of death enshrouds us
Apollonius of Rhodes, Argonautica 3.1129f.
Full diacritics: λοχεύω Medium diacritics: λοχεύω Low diacritics: λοχεύω Capitals: ΛΟΧΕΥΩ
Transliteration A: locheúō Transliteration B: locheuō Transliteration C: locheyo Beta Code: loxeu/w

English (LSJ)

(

   A λόχος 11) bring forth, bear, παῖδα h.Merc.230, cf. Orph.A.184, etc.; γαστὴρ ἥ σ' ἐλόχευσε AP9.126; of the father, beget, Orph.A.136, cf. 13; of both parents, ib.159; metaph., produce, φλογὸς ἄσθμα Coluth.179:—Med., -ομένην δε… ἔαρ ὕμνων AP7.12.    2 of the midwife, bring to the birth, deliver, τινα E.Ion 948, 1596, cf. El.1129:—hence in Pass., to be brought to bed, be in labour, ἔνθ' ἐλοχεύθην Id.Tr.602 (lyr.); λοχευθεῖσ' ἀστραπηφόρῳ πυρί, of Semele, Id.Ba.3, cf. Plu.Pel.16: c. gen., λοχευθείσης αὐτοῦ τῆς μητρός Id.Cic.2.    3 of a man, practise couvade, D.S.5.14.    II Med., in sense of Act., of the mother, E.Ion 921 (anap.), Arist.HA616a34, Call.Del.326; also of the birthplace, APl. 4.295.    III Pass., of the child, to be born, S.OC1322; Τιτᾶνι λοχευθεῖσαν by the obstetric art of the Titan, E.Ion455 (lyr.).    2 metaph., generally, lie embedded, ἐν τεύτλοισι λ. Ar.Pax 1014 (anap.). -ή, ἡ, = λόχμη, Supp.Epigr.2.544 (Mylasa).

Greek (Liddell-Scott)

λοχεύω: (λόχος ΙΙ) γεννῶ, τίκτω, παῖδα Ὁμ. Ὕμν. εἰς Ἑρμ. 230, Ὀρφ.· γαστὴρ ἥ σ’ ἐλόχευσε Ἀνθ. Π. 9. 126· ἐπὶ τοῦ πατρός, γεννῶ, Ὀρφ. Ἀργ. 137, πρβλ. 13· ἐπ’ ἀμφοτέρων τῶν γονέων, αὐτόθι 160· ― μεταφορ., παράγω, ἔαρ Ἀνθ. Π. 7. 12· φλογὸς ἆσθμα Κόλουθ. 176, καὶ συχνάκις παρὰ μεταγεν. ποιηταῖς, ἴδε Ἑρμάνν. Ὀρφ. σ. 811 κἑξ. 2) ἐπὶ τῆς μαίας, βοηθῶ εἰς τὸν τοκετόν, ὑπηρετῶ κατὰ τὸν τοκετόν, «ἐλευθερώνω», τινὰ Εὐρ. Ἴων 948, 1596, πρβλ. Ἠλ. 1129· ― ὅθεν ἐν τῷ Παθ., ἔρχομαι εἰς τὴν ὥραν τοῦ τοκετοῦ, «κοιλοπονῶ», τίκτω, γεννῶ, ἔνθ’ ἐλοχεύθην ὁ αὐτ. ἐν Τρῳ. 597· λοχευθεῖσ’ ἀστραπηφόρῳ πυρί, ἐπὶ τῆς Σεμέλης, ὁ αὐτ. ἐν Βάκχ. 3, πρβλ. Πλουτ. Πελοπ. 16· μένω κλινήρης ὡς γυνή, Διόδ. 5. 14. ΙΙ. ὡσαύτως ἐν τῷ μέσῳ τύπῳ, ἀκριβῶς εἰς τὸ ἐνεργ. ἐπὶ τῆς μητρός, Εὐρ. Ἴων 921, Καλλ. εἰς Δῆλ. 326, Ἀριστ. περὶ τὰ Ζ. Ἱστ. 9. 14, 4· Ἴστρος τοιαύτας παρθένους λοχεύεται Αἰσχύλ. Ἀποσπ. 159, ἂν καὶ ὁ στίχος εἶναι ἀμφίβολ., ἴδε Ἑρμάνν. Πονημάτ. 3. 45· ― ὡσαύτως ἐπὶ τοῦ τόπου τῆς γεννήσεως, Ἀνθ. Π. 295. ΙΙΙ. ἐν τῷ παθ. τύπῳ, ἐπὶ τοῦ τέκνου, γεννηθείς, παραχθείς, τέκνον, Σοφ. Ο. Κ. 1322· Τιτᾶνι λοχευθεῖσαν, διὰ τῆς μαιευτικῆς τέχνης τοῦ Τιτᾶνος, Εὐρ. Ἴων 455· ― μεταφ., καθόλου, κεῖμαι, εἶμαι κατακεκλιμένος, ἐν τεύτλοισι Ἀριστοφ. Εἰρ. 1014.

French (Bailly abrégé)

accoucher :
I. mettre au monde :
1 enfanter, accoucher de, acc.;
2 Pass. être enfanté;
II. Pass. être délivrée.
Étymologie: λόχος.

Greek Monolingual

λοχεύω (Α) λόχος
1. τίκτω, γεννώ («Νύμφη ἐλόχευσε Διὸς παῑδα»,Ύμν. Ερμ.)
2. (για πατέρα) αποκτώ τέκνο
3. (για γυναίκα κυοφορώ, είμαι έγκυος
4. (για μαία) βοηθώ την επίτοκο να γεννήσει, ξεγεννώ («ποῡ; τίς λοχεύει σ'; ἢ μόνη μοχθεῑς τάδεΕυρ.)
5. (ενεργ. και μέσ.) μτφ. παράγω, δίδωἄρτι λοχευομένην σε μελισσοτόκων... ἔαρ ὕμνων», Ανθ. Παλ.)
6. μέσ. λοχεύομαι
α) (για τόπο) είμαι πατρίδα κάποιου («Ἴστρος τοιαύτας παρθένους λοχεύεται», Αισχύλ.)
β) μένω στο κρεβάτι, όπως η λεχώνα («ὁ ἀνὴρ αὐτῆς ἀναπεσὼν ὡς νοσῶν λοχεύεται τακτὰς ἡμέρας», Διόδ.)
γ) είμαι ξαπλωμένος, πλαγιασμένος
7. παθ. α) (για τέκνο) γεννιέμαι («Προμηθεῑ Τιτᾱνι λοχευθεῑσαν κατ' ἀκροτάτας κορυφὰς Διός», Ευρ.)
β) αισθάνομαι ωδίνες τοκετού
γ) φθάνω στην ώρα του τοκετού, κοιλοπονώ, τίκτω, γεννώ («ἐμὸν δόμον ἔνθ' ἐλοχεύθη», Ευρ.).

Greek Monotonic

λοχεύω: (λόχος II)·
I. 1. γεννώ, τίκτω, σε Ομηρ. Ύμν., Ανθ.
2. λέγεται για τη μαία, βοηθώ στον τοκετό, υπηρετώ κατά τον τοκετό, «ελευθερώνω», λοχεύω τινά, σε Ευρ. — Παθ., έρχομαι στην ώρα του τοκετού, κοιλοπονώ, γεννώ, στον ίδ.· λοχευθεῖσα πυρί, λέγεται για τη Σεμέλη, στον ίδ.
II. Μέσ., όπως το Ενεργ., λέγεται για τη μητέρα, σε Ευρ.· λέγεται για τον τόπο της γέννησης, σε Ανθ.
III. Παθ., λέγεται για το παιδί, γεννιέμαι, σε Σοφ.· Τιτᾶνι λοχευθεῖσαν, δια της μαιευτικής τέχνης του Τιτάνα, σε Ευρ.· μεταφ., γενικά, κείμαι, ἐν τεύτλοισι, σε Αριστοφ.

Russian (Dvoretsky)

λοχεύω:
I
1) тж. med. рож(д)ать, производить на свет (παῖδα HH; перен. ἔαρ ὕμνων Anth.; λοχευθεὶς Ἀταλάντης γόνος Soph.);
2) помогать при родах, разрешать от бремени (τινά Eur.); pass. разрешаться от бремени (λοχευθείσης ἀυτοῦ τῆς μητρός Plut.).
II Arph. = λοχάω 1.

Middle Liddell

λοχεύω, λόχος II]
I. to bring forth, bear, Hhymn., Anth.
2. of the midwife, to bring to the birth. attend in childbirth, deliver, τινά Eur.:—Pass. to be delivered, bear children, Eur.; λοχευθεῖσα πυρί, of Semele, Eur.
II. Mid., just like Act., of the mother, Eur.; of the birthplace, Anth.
III. Pass., of the child, to be brought forth, born, Soph.; Προμᾱθεῖ λοχευθεῖσα brought to birth by Prometheus, Eur.: —metaph., generally, to lie embedded, ἐν τεύτλοισι Ar.