Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

λυκάνθρωπος

Ἦθος ἀνθρώπῳ δαίμων -> A man's character is his fate
Heraclitus, fr. B 119 Diels
Full diacritics: λῠκάνθρωπος Medium diacritics: λυκάνθρωπος Low diacritics: λυκάνθρωπος Capitals: ΛΥΚΑΝΘΡΩΠΟΣ
Transliteration A: lykánthrōpos Transliteration B: lykanthrōpos Transliteration C: lykanthropos Beta Code: luka/nqrwpos

English (LSJ)

ὁ and ἡ,

   A were-wolf or man-wolf, Marc.Sid. (cf. Suid. s. h. v.) ap.Gal.19.719, Aët.6.11, Paul.Aeg.3.16:—hence λῠκανθρωπ-ία, ἡ, a kind of madness, in which the patient had the ravenous appetite and other qualities of a wolf, Gal. l. c., Orib.Syn.8.9.

Greek (Liddell-Scott)

λῠκάνθρωπος: ὁ, καὶ ἡ, λύκος καὶ ἄνθρωπος· παρ’ ἰατρ., εἶδος νόσου καθ’ ἣν ὁ πάσχων ἔχει τὴν ἀκόρεστον ὄρεξιν καὶ ἄλλας ἰδιότητας τοῦ λύκου, Μάρκελλος Σιδήτης περὶ λυκανθρώπου, Παῦλ. Αἰγ. (ὅστις ἔχει καὶ λυκανθρωπία, ἡ), πρβλ. Οὐεργιλ. Ἐκλογ. 8. 97, Πλίν. 8. κεφ. 22, κτλ. Ἡ νόσος αὕτη συνεδέετο μυθολογικῶς μετὰ τοῦ Λυκάονος, Παυσ. 8. 2, 3 ἑξ., Σχόλ. εἰς Λυκόφρ. 481, Ἐρατοσθ. Καταστερ. 1. 8, Ὀβιδ. Μεταμορ. 1. 232 ἑξ.· πρβλ. κυνάνθρωπος.

Greek Monolingual

ο, η (Α λυκάνθρωπος)
1. λύκος και άνθρωπος ταυτόχρονα
2. αυτός που πάσχει από λυκανθρωπία
νεοελλ.
1. άνθρωπος άγριος και αιμοβόρος σαν λύκος
2. (λαογρ.) α) άνθρωπος που μεταμορφώθηκε σε λύκο
β) άνθρωπος ο οποίος κατά τη βρεφική παιδική ηλικία αρπάχθηκε από λύκο ή άλλο θηρίο και ανατράφηκε στα δάση.