Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

λυχνιαῖος

Ἦθος ἀνθρώπῳ δαίμων -> A man's character is his fate
Heraclitus, fr. B 119 Diels
Full diacritics: λυχνιαῖος Medium diacritics: λυχνιαῖος Low diacritics: λυχνιαίος Capitals: ΛΥΧΝΙΑΙΟΣ
Transliteration A: lychniaîos Transliteration B: lychniaios Transliteration C: lychniaios Beta Code: luxniai=os

English (LSJ)

α, ον,

   A belonging to a lamp, φῶς S.E.P.1.119, cf. Gal. 17(2).413, Olymp.in Mete.18.12, al.

Greek (Liddell-Scott)

λυχνιαῖος: -α, -ον, ὁ ἀνήκων εἰς λύχνον, Σέξτ. Ἐμπ. Π. 1. 119, Γαλην.· πρβλ. Λοβεκ. Φρύν. 552, προσέτι λιχναῖος ἀντὶ λιχνιαῖος Ἰω. Μόσχος 2908A.

Greek Monolingual

λυχνιαῑος, -αία, -ον (Α) λύχνος
αυτός που ανήκει ή αναφέρεται σε λύχνο.

Russian (Dvoretsky)

λυχνιαῖος: испускаемый светильником (φῶς Sext.).