Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

λωβάζω

κόσμος σκηνή, ὁ βίος πάροδος· ἦλθες, εἶδες, ἀπῆλθες -> The world is a stage, life is a performance, you came, you saw, you departed
Democritus, fr. 115 D-K
Full diacritics: λωβάζω Medium diacritics: λωβάζω Low diacritics: λωβάζω Capitals: ΛΩΒΑΖΩ
Transliteration A: lōbázō Transliteration B: lōbazō Transliteration C: lovazo Beta Code: lwba/zw

English (LSJ)

= sq.,

   A f.l. for λωβᾶσθαι, Hp.Ep.17.

Greek (Liddell-Scott)

λωβάζω: τῷ ἑπομ., Δήμοκρ. Ἐπίγραμμ. πρὸς Ἱππ. λωβάομαι, Ἰων. -έομαι, Ἱππ. π. Ἄρθρ. 802: μέλλ. -ήσομαι Πλάτ., Δωρ. β΄ πληθ. λωβᾱσεῖσθε Θεόκρ. 5. 109· ἀόρ. ἐλωβησάμην Ἡρόδ., κτλ.· - περὶ τοῦ πρκμ. καὶ ἀορ. παθ., ἴδε κατωτ.: ἀποθ.: (λώβη). Ὡς τὸ λυμαίνομαι, αἰκίζω, κακοποιῶ, κακομεταχειρίζομαι, ὑβρίζω, βλάπτω, μετ’ αἰτ. προσ., ὡσαύτως προστιθεμένης συστοίχ. αἰτιατ., λώβης... ἣν ἐμὲ λωβήσασθε, ὕβρις... μὲ τὴν ὁποίαν μὲ ὑβρίσατε, Ἰλ. Ν. 623· ἰδίως ἀκρωτηριάζω, τινα Ἡρόδ. 3. 154· ἑωυτὸν λωβᾶται λώβην ἀνήκεστον αὐτόθι· ἀρτάναισι λωβᾶται βίον, θέτει πέρας ἄτιμον εἰς τὴν ζωήν της διὰ τῆς ἀγχόνης, Σοφ. Ἀντ. 54· ἀνδρῶν εὐνίδας λ., ἀτιμάζων, Εὐρ. Ὀρ. 929· λ. τοὺς νέους, διαφθείρω, Πλάτ. Πρωτ. 318D· ἐπὶ τῶν ἀποτελεσμάτων ἐργασίας ὑπὲρ τὸ δέον βαρείας, λωβῶνται τὰ σώματα Ἀριστ. Πολιτικ. 1. 11, 6· - ὡσαύτως, λ. πόλιν Λυσ. 176. 5· ἄστεα κατ’ ἄκρας Θεόκρ. 16. 89· λαφυραγωγῶ, Πολύβ. 4. 54, 2· - ἐνίοτε ὡσαύτως ὡς τὸ λυμαίνομαι, μετὰ δοτ., Ἀριστοφ. Ἱππ. 1408. Πλάτ. Κρίτων 47Ε· - ἀπολ., ὕστατα λωβήσαιο, «ὑστάτην ἂν ταύτην τὴν ὕβριν εἰργάσω» (Σχόλ.), Ἰλ. Α. 232., Β. 242 II. τὸ ἐνεργ. λωβάω ἀπαντᾷ μόνον ἐν Ψευδο-Φωκυλ. 33, Χρησμ. Σιβυλλ. 11 (9). 71· καὶ κατελώβησαν ἐν Πολυβ. 15. 33, 9· - ἀλλ’ ὁ πρκμ. εἶναι ἐν χρήσει ὡς παθ., λελωβημένος, ἠκρωτηριασμένος, Ἡρόδ. 3. 155, Πλάτ. Γοργ. 511Α, Πολ. 611C, κτλ.· οὕτω καὶ παθ. ἀόρ., μεγάλας λώβας λωβηθεὶς ὁ αὐτ. ἐν Γοργ. 473C· - τὸ λελωβημένος, προσέτι = λεπρὸς Ἐπιφαν. ΙΙ, 504C, Παλλαδ. Λαυσ. 1018D, κλ. - Ἰων. ἐνεστ. λωβέομαι ἐν Ἱππ. π. Ἄρθρ. 802· πρβλ. ἀπο-, ἐκλωβάομαι. - Καθ’ Ἡσύχ.: «λωβᾶται· ἐξαπατᾷ· λυμαίνεται» καὶ «λωβῆσαι· ὑβρίσαι, βλάψαι».

Greek Monolingual

λωβάζω (Α)
(εσφ. γρφ.) λωβῶμαι.

Russian (Dvoretsky)

λωβάζω: Democr. = λωβάομαι.