Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

λύσις

Ὁ δ' ἀνεξέταστος βίος οὐ βιωτὸς ἀνθρώπῳ -> The unexamined life is not worth living
Plato, Apology of Socrates 38a
Full diacritics: λύσις Medium diacritics: λύσις Low diacritics: λύσις Capitals: ΛΥΣΙΣ
Transliteration A: lýsis Transliteration B: lysis Transliteration C: lysis Beta Code: lu/sis

English (LSJ)

[ῠ], εως, Ion. ιος, ἡ, (λύω)

   A loosing, releasing, ransoming, νεκροῖο Il.24.655; σώματος Lys.4.13; ἡ λ. τῆς αἰσθήσεως ἐγρήγορσις Arist.Somn.Vig.454b27: c. gen. objecti, θανάτου λ. deliverance from death, Od.9.421, Thgn.1010; λ. ἔριδος Hes.Th.637; χρεέων Id.Op. 404; πενίης Thgn.180; λύσιν αἰτησόμενοι τῶν παρεόντων κακῶν Hdt. 6.139; πενθέων Pi.N.10.76; μόχθων τῶν ἐφεστώτων S.Tr.1171; τῶν δειμάτων Th.2.102; τῶν δεσμῶν Pl.R.515c; ἀπὸ τῶν δεσμῶν ib.532b; ἐκ χαλεπῶν Thgn.1385; βλασφημίας D.Ep.3.39; μάχης PLips.40 ii 16 (iv/v A. D.).    2 abs., οὐ γὰρ λ. ἄλλη στρατῷ πρὸς οἶκον no other means of letting the host loose from port for home, S.El.573.    3 deliverance from guilt by expiatory rites, ὅπως λ. τιν' ἡμὶν εὐαγῆ πόρῃς may'st grant us a deliverance such as may purify us, Id.OT921; οὐδ' ἔχει λύσιν [τὰ πήματα] admit not of atonement, Id.Ant.598 (lyr.); λύσεις τε καὶ καθαρμοὶ ἀδικημάτων Pl.R.364e; τῇ [τῆς φιλοσοφίας] λύσει καὶ καθαρμῷ by her offer to release them, Id.Phd.82d; αἱ νομιζόμεναι λ., in cases of homicide, Arist.Pol.1262a32; λ. ἁμαρτημάτων blotting out of sins, Ph.2.151.    4 redemption of mortgage or pledge, [χωρίον] πεπραμένον ἐπὶ λύσει IG2.1103, al., cf. 12(7).55.14 (Amorgos), 12(8).18 (Lemnos).    b release, discharge from a financial obligation, λύσιν ποιήσασθαι τῆς συγχωρήσεως BGU1115.46 (i B. C.), etc.    5 for ὠμὴ λύσις, v. ὠμήλυσις.    II loosing, parting, λ. καὶ χωρισμὸς ψυχῆς ἀπὸ σώματος Pl.Phd.67d; simply, ἡ τοῦ σώματος λ. Id.Ax.371a; dissolution, πολιτείας Id.Lg.945c; νόμων ἢ πολιτείας Arist.Pol.1268b30; βίου λύσιν ἔσχε IG14.140 (Syracuse); λ. κομήτου Phlp.in Mete.86.25; τῶν σφραγίδων αἱ λ. breaking them, Luc.Alex. 20.    2 emptying, evacuation, πείνη μέν που λ. καὶ λύπη; Pl.Phlb.31e; ἡ λ. τῶν κοιλιῶν, κοιλίας, Arist.Pr.947b29, Dsc.1.64 (v.l.); emission of semen, Alex.Aphr.Pr.1.125 (pl.).    3 λ. πυρετοῦ remission of fever, Gal.11.28; λ., opp. κρίσις, Id.9.732; cure, Anon.Lond.3.20; τὰ πάθη defined as συστολαὶ καὶ λύσεις (v.l. χύσεις) τῆς ψυχῆς, opp. κρίσεις, Zeno Stoic.3.113 = 1.51.    4 as a technical term,    a solution of a difficulty, ἡ λ. τῆς ἀπορίας its solution, Arist.EN1146b7, al.; ἔχει τινὰ λ. πρὸς ταύτην τὴν ἀπορίαν, ὅτιId.de An.422b28; οὐ συμβαίνει ἡ λ. Id.EN1153b5; ὅταν τὸ θάμβος… μὴ δύνηται τὴν λ. λαμβάνειν Epicur.Ep.1p.29U.; εὑρεῖν λ. τοῦ προβλήματος Plb.30.19.5; λ. εὑρέσθαι Phld.Rh.1.267 S.; also, interpretation, σημείων τεράτων τε λύσεις Orph.A.37.    b refutation of an argument, Arist.SE179a27, Rh. 1402b23, al.    c unravelling of the plot of a tragedy, opp. δέσις, Id.Po.1454a37 (pl.), 1455b24.    d softening of a strong expression, Longin.38.5.    e resolution of one vowel into two, as in ἥλιος, ἠέλιος, like διαίρεσις, Demetr.Eloc.70.    f looseness of structure in writing, esp. asyndeton, ib.192, al.    g in metric, resolution of into, Heph.6.    5 divorce, 1 Ep.Cor.7.27; λ. γάμου Just.Nov.140 Prooem., cf. 117 tit.    III = δόρπου λ., place for banqueting (cf. κατάλυσις 11), Pi.O.10(11).47.

German (Pape)

[Seite 72] ἡ, Lösung Auflösung u. Freilassung eines Gefangenen, Il. 24, 655; Theogn. 1001; λύσεις αἰχμαλώτων, Dem. 8, 70; Befreiung, Rettung, θανάτου, vom Tode, Od. 9, 421, ἔριδος, Hes. Th. 637, πενθέων, Pind. N. 10, 76, wie πημάτων, Eur. Andr. 901; οὐδ' ἔχει λύσιν τὰ πήματα, Soph. Ant. 593; χρειῶν, Abtragung, Bezahlen der Schulden, Hes. O. 406; ἡ λύσις ἀπὸ τῶν δεσμῶν, Plat. Rep. VII, 532 b; κακῶν, Phaedr. 244 e; auch Befreiung von einer Schuld durch Reinigungsopfer, λύσεις τε καὶ καθαρμοὶ ἀδικημάτων, Rep. II, 364 e; Arist. pol. 2, 4 u. A. – Das Aufhörenmachen, Beendigen, εθηκε δόρπου λύσιν, Pind. Ol. 11, 49; πολέμου, Pol. 38, 2, 11; λύσιν ποιεῖσθαι, = λύειν, 15, 15, 4. – Auflösung, Trennung, λύσις καὶ χωρισμὸς ψυ χῆς ἀπὸ σώματος, Plat. phaed. 67 d, vgl. Ax. 371 a. – Προβλήματος, Lösung einer Aufgabe, Pol. 30, 17, 5; bei den Rhett. = Widerlegung. – Auch πολιτείας, Aufhebung, Sturz der Verfassung, Plat. Legg. XII, 945 c.

Greek (Liddell-Scott)

λύσις: [ῠ], -εως, Ἰων. -ιος, ἡ, (λύω) ὡς καὶ νῦν, «λύσιμον», ἀπελευθέρωσις, ἀπαλλαγή, ἀπολύτρωσις, ἐξαγορά, νεκροῖο Ἰλ. Ω. 655· σώματος Λυσ. 101. 39· ἡ λ. τῶν αἰσθήσεων ἐγρήγορσις Ἀριστ. π. Ὕπν. 1. 14· ― μετὰ γεν. ἀντικειμ., λ. θανάτου, ἀπαλλαγὴ ἀπὸ τοῦ θανάτου, Ὀδ. Ι. 421, Θέογν. 1010· λ. ἔριδος Ἡσ. Θ. 637· χρειῶν ὁ αὐτ. ἐν Ἔργ. κ. Ἡμ. 402· πενίης Θέογν. 180· λύσιν αἰτέειν κακῶν Ἡρόδ. 6. 129· πενθέων Πινδ. Ν. 10, 143· μόχθων τῶν ἐφεστώτων Σοφ. Τρ. 1171· τῶν δειμάτων Θουκ. 2. 102· τῶν δεσμῶν Πλάτ. Πολ. 532Β· ἀπὸ τῶν δεσμῶν αὐτόθι 515C· ἐκ χαλεπῶν Θέογν. 1385· βλασφημίας Δημ. (Ἐπ.) 1484. 8. 2) ἀπολ., οὐ γὰρ ἦν λύσις ἄλλη στρατῷ πρὸς οἶκον, διότι οὐδὲν ἄλλο μέσον ὑπῆρχεν ὅπως ὁ στρατὸς ἀπαλλαχθεὶς τοῦ λιμένος ἀπέλθῃ εἰς τὴν πατρίδα, Σοφ. Ἠλ. 573. 3) ἀπαλλαγὴ ἀπὸ ἐνοχῆς δι’ ἐξιλαστικῶν θυσιῶν, ὅπως λ. τιν’ ἡμῖν εὐαγῆ πόρῃς, ὅπως παράσχῃς ἡμῖν ἀπαλλαγήν, ἥτις νὰ μᾶς καθαρίσῃ, Σοφ. Ο. Τ. 921· οὐδ’ ἔχει λύσιν [τὰ πήματα], οὐδ’ ἐπιδέχονται ἐξιλέωσιν, ὁ αὐτ. ἐν Ἀντ. 598· λύσεις καὶ καθαρμοὶ τῶν ἀδικημάτων Πλάτ. Πολ. 364Ε· τῇ ἐκείνης λύσει καὶ καθαρμῷ, διὰ τῆς ὑπ’ ἐκείνης προσφερομένης ἐξιλεώσεως, ὁ αὐτ. ἐν Φαίδωνι 82D· αἱ νομιζόμεναι λ., ἐν περιπτώσει ἀνθρωποκτονίας, Ἀριστ. Πολιτικ. 2. 4, 1· πρβλ. λύσιος. 4) περὶ τοῦ ὠμὴ λύσις ἴδε ὠμήλυσις. ΙΙ. ἀπόλυσις, ἀναχώρησις, λ. καὶ χωρισμὸς ψυχῆς ἀπὸ σώματος Πλάτ. Φαίδων 67D· ἁπλῶς, ἡ τοῦ σώματος λ. ὁ αὐτ. ἐν Ἀξιόχ. 371Α· ― διάλυσις, πολιτείας ὁ αὐτ. ἐν Νόμ. 945C, Ἀριστ. Πολιτικ. 2. 8, 17· βίου λύσιν ἔσχε Ἑλλ. Ἐπιγράμμ. 737· τῶν σφραγίδων αἱ λύσεις, ὁ τρόπος τοῦ ἀφαιρεῖν αὐτάς, Λουκ. Ἀλέξ. 20. 2) χαλάρωσις, κατάπτωσις, πείνη μέν που λ. καὶ λύπη Πλάτ. Φίληβ. 31Ε· Στωϊκὸς ὅρος ἀντὶ τοῦ λύπη, Κικ. Tusc. 3. 25· ἡ λ. τῶν κοιλιῶν Ἀριστ. Προβλ. 27. 3, 2. 3) λ. πυρετοῦ, χαλάρωσις πυρετοῦ, Γαλην. 4) ὡς τεχνικὸς ὅρος, α) λύσις δυσκολίας τινός, Ἀριστ. Ρητ. 2. 25, 1, κ. ἀλλ.· ἡ λ. τῆς ἀπορίας ὁ αὐτ. ἐν Ἠθ. Νικ. 7. 2, 12, κ. ἀλλ.· ἔχει τινὰ λ. πρὸς ταύτην τὴν ἀπορίαν, ὅτι... ὁ αὐτ. π. Ψυχ. 2. 11, 3· οὐ συμβαίνει ἡ λ. ὁ αὐτ. ἐν Ἠθ. Νικ. 7. 13, 1· εὑρεῖν λ. τοῦ προβλήματος Πολύβ. 30. 17, 5· ― ὡσαύτως, ἑρμηνεία, ἐξήγησις, σημείων τεράτων τε λύσεις Ὀρφ. Ἀργ. 37. β) ἡ ἀναίρεσις ἐπιχειρήματος, Ἀριστ. Σοφιστ. Ἔλεγχ. 24, κἑξ., Ρητορ. 2. 25, 2, κ. ἀλλ.· dissolutio παρὰ τῷ Cornificus ad Herennium 1. 3. γ) ἡ λύσις τῆς ὑποθέσεως τραγῳδίας ἐν ἀντιθέσει πρὸς τὸ δέσις, Ἀριστ. Ποιητ. 15. 10., 18, 11, κἑξ. δ) ὁ κολασμὸς ἰσχυρᾶς ἐκφράσεως, Λογγῖν. 38. ε) ἡ διάλυσις φωνήεντος εἰς δύο, ὡς ἥλιος, ἠέλιος, ὡς τὸ διαίρεσις, Δημήτρ. Φαληρ. 70· ἢ συνθέτου λέξεως εἰς τὰ συνθετικὰ αὐτῆς μέρη, ὡς σίτου πομπὴ ἀντὶ σιτοπομπία, ὁ αὐτ. 92, κτλ. ΙΙΙ. = δόρπου λ., τόπος συμποσίου, ὡς τὸ κατάλυσις ΙΙ, Πινδ. Ο. 11 (11). 57. IV. ὄνομα μέλους ἀρχιτεκτονικοῦ, Vitruv. de arch. ΙΙΙ, 4, 5., V, 5, 6.

French (Bailly abrégé)

εως (ἡ) :
I. action de délier;
II. p. ext.
1 libération, affranchissement ; λύσις πρὸς ou εἰς οἶκον SOPH dénouement permettant aux Grecs de retourner dans leurs foyers ; ψυχῆς ἀπὸ σώματος PLAT affranchissement de l’âme séparée du corps ; νόσου LUC, θανάτου OD, δειμάτων THC délivrance de la maladie, de la mort, des craintes, etc.
2 action de délivrer de la servitude, rançon : νεκροῖο IL pour un mort;
3 absolution d’une faute après expiation;
4 fin, achèvement, dénouement;
5 solution d’une difficulté, d’une objection, etc. ; réfutation d’un argument;
6 relâchement;
7 dissolution ; σφραγίδων LUC rupture de sceaux.
Étymologie: R. Λυ, v. λύω.

English (Autenrieth)

ιος (λύω): loosing, ransoming, Il. 24.655 ; θανάτου, ‘deliverancefrom death, Od. 9.421.

English (Slater)

λῠσις
   a release “πάτερ Κρονίων, τίς δὴ λύσις ἔσσεται πενθέων;” (N. 10.76)
   b resting place c. gen. τὸ δὲ κύκλῳ πέδον ἔθηκε δόρπου λύσιν (καταγώγιον καὶ δειπνητήριον τῶν ξένων. Σ. a resting place for eating ) (O. 10.47)

Spanish

liberación, fórmula de liberación

English (Strong)

from λύω; a loosening, i.e. (specially), divorce: to be loosed.

English (Thayer)

λυσεως, ἡ (λύω) (from Homer down), a loosing of any bond, as that of marriage; hence, once in the N. T. of divorce, 1 Corinthians 7:27.

Greek Monotonic

λύσις: [ῠ], γεν. λύσεως, Ιων. λύσιος, ἡ (λύω
I. 1. λύσιμο, απελευθέρωση, απαλλαγή, απολύτρωση, εξαγορά, λέγεται για φονιά, σε Ομήρ. Ιλ.· λύσις θανάτου, απαλλαγή από τον θάνατο, σε Ομήρ. Οδ.· λύσις πενίης, σε Θέογν., κ.λπ.
2. απόλ., τρόπος απαλλαγής, σε Σοφ.· απαλλαγή από την ενοχή μέσω εξαγνιστικών θυσιών, στον ίδ.· οὐδ' ἔχει λύσιν (τὰ πήματα), δεν επιδέχονται εξιλέωση, στον ίδ.
II. απόλυση, αναχώρηση, χωρισμός, λύσις ψυχῆς ἀπὸ σώματος, σε Πλάτ.· διάλυση, λύσις πολιτείας, σε Αριστ.
III. = δόρπου λύσις, τόπος συμποσίου, σε Πίνδ.

Russian (Dvoretsky)

λύσις: εως, эп.-ион. ιος (ῠ) ἡ
1) развязывание, освобождение (τῶν и ἀπὸ τῶν δεσμῶν Plat.): λ. τινός Plat. освобождение чего-л., реже от чего-л.;
2) освобождение, избавление (θανάτου Hom.; δειμάτων Thuc.; κακῶν Plat.);
3) расторжение брака, развод (ζητεῖν λύσιν NT);
4) искупление, спасение (οὐδ᾽ ἔχει λύσιν, sc. τὰ πήματα Soph.);
5) освобождение из неволи, выкуп (νεκροῖο Hom.; αἰχμαλώτων Dem.);
6) свобода действий, возможность (οὐ γὰρ ἦν λ. ἄλλη στρατῷ πρὸς οἶκον οὐδ᾽ εἰς Ἴλιον Soph.): λ. δόρπου Pind. возможность поужинать;
7) расслабление (τῶν κοιλιῶν Arst.);
8) разламывание (σφραγίδων Luc.);
9) разложение, распад (πολιτείας Plat.);
10) надломленность, потрясение (λ. καὶ λύπη Plat.);
11) (раз)решение (τῆς ἀπορίας Arst.; προβλήματος Polyb.);
12) опровержение (sc. τοῦ συλλογισμοῦ Arst.);
13) стих. разрешение, т. е. разложение одного гласного на два;
14) грам. разложение (слова) на составные части, расчленение;
15) лит. развязка (τραγῳδίας Arst.).

Middle Liddell

λύ˘σις, γεν. εως ionic ιος, ἡ, [λύω]
I. a loosing, setting free, releasing, ransoming, of a slain man, Il.; λ. θανάτου deliverance from death, Od.; πενίης Theogn., etc.
2. absol. a means of letting loose, Soph.:— deliverance from guilt by expiatory rites, Soph.; οὐδ' ἔχει λύσιν [τὰ πήματα] admit not of atonement, Soph.
II. a loosing, parting, λ. ψυχῆς ἀπὸ σώματος Plat.:— dissolution, πολιτείας Arist.
III. = δόρπου λ. a place for banqueting, Pind.

Chinese

原文音譯:lÚsij 呂西士
詞類次數:名詞(1)
原文字根:釋放(著)
字義溯源:解脫,解開,分開,脫離,釋放;源自(λύω)*=解開)
出現次數:總共(1);林前(1)
譯字彙編
1) 脫離(1) 林前7:27