Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

λύτρο

Τὰ πάντα ῥεῖ καὶ οὐδὲν μένει -> Everything flows and nothing stands still
Heraclitus

Greek Monolingual

το (AM λύτρον)
συν. στον πληθ. τα λύτρα
το χρηματικό ποσό που καταβάλλεται για απελευθέρωση αιχμαλώτου («οι απαγωγείς ζήτησαν λύτρα για να τον ελευθερώσουν»)
μσν.
1. διάσωση, απελευθέρωση
2. σωτηρία
αρχ.
1. ποσό που καταβάλλεται για ανάληψη ενεχύρου
2. αντίποινα, τιμωρία («τί γὰρ λύτρον πεσόντος αἵματος», Αισχύλ.)
3. χρηματική ποινή που επιβάλλεται σε κάποιον για αίμα που χύθηκε
4. αμοιβήλύτρον καμάτων», Πίνδ.)
5. το φυτό λυσιμάχειος.
[ΕΤΥΜΟΛ. < θ. λυ- του λύω + επίθημα -τρον, που δηλώνει όργανο (πρβλ. φέρε-τρον) και στον πληθ. -τρα (πρβλ. ασφάλισ-τρα, κόμισ-τρα)].