Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

μάκαρ

Ἦθος ἀνθρώπῳ δαίμων -> A man's character is his fate
Heraclitus, fr. B 119 Diels
Full diacritics: μάκαρ Medium diacritics: μάκαρ Low diacritics: μάκαρ Capitals: ΜΑΚΑΡ
Transliteration A: mákar Transliteration B: makar Transliteration C: makar Beta Code: ma/kar

English (LSJ)

[v. infr.], ᾰρος, ὁ, also μάκαρς Alcm.10, 11; μάκαρ as fem., E.Hel.375, Ba.565, Ar.Av.1722, Eub.104 (all lyr.), Orac. ap. D.S.8 Fr. 29, AP12.52 (Mel.), but usu. fem.

   A μάκαιρα h.Ap.14, Alcm.37, Sapph. 1.13, Pi.P.5.11, E.Alc.1003 (lyr.), etc.; Boeot. μάκηρα Corinn.Supp. 1.15: with neut. Nouns in oblique cases, μακάρων ἐξ ἐτέων AP9.424 (Duris); μακάρων τεκέων Nonn.D.21.263. [μᾰκᾱρ Archil.Supp.3.5, Sol.14, Diph.126.6 (mock-Epic), elsewh. μᾰκᾰρ Il.3.182, etc.]:— blessed, happy, prop. epith. of the gods, as opp. mortal men, πρός τε θεῶν μ. πρός τε θνητῶν ἀνθρώπων Il.1.339: abs., μάκαρες the blessed ones, μακάρων μέγαν ὅρκον ὀμόσσαι Od.10.299, cf. Hes.Op.136, Sol.13.3, Pi.O.1.52, A.Supp.1019 (lyr.); μ. χθόνιοι Id.Ch.476 (lyr.); οὐράνιοι μ. E.HF758 (lyr.); μ. ὀλίζονες lesser gods, Call.Jov.72.—In this sense always in pl., exc. in addressing single gods, as h.Hom.8.16, Sapph.l.c., Corinn.l.c., S.Ph.400 (lyr.), etc.: freq. in Inscrr., μ. Παιάν IG14.1015; μάκαιρα, of Persephone, ib.12(5).229 (Paros).    II of men, blest, fortunate, ὦ μάκαρ Ἀτρεΐδη Il.3.182, cf. 24.377, Thgn.1013, Pi.P.4.59, etc.; μάκαιρα Θήβα, ἑστία, etc., Id.I.7(6).1, P.5.11, etc.; esp. wealthy, ἀνδρὸς μάκαρος κατ' ἄρουραν Il.11.68, cf. Od.1.217.    III esp. μάκαρες, οἱ, the blessed dead, μ. θνητοῖς καλέονται Hes.Op.141; μακάρων νῆσοι the Islands of the Blest, ib.171; of an oasis in the African desert, Hdt.3.26: sg., μ. νᾶσος Pi.O.2.71; ἀπιὼν εἰς μακάρων δή τινας εὐδαιμονίας Pl.Phd.115d, cf. Grg.523b, R.519c, al.—This sense does not occur in Hom., and is the only usage found in Prose, μακάριος being the common form.    IV Sup. μακάρτατος Od.6.158, 11.483, S.Fr.410; μακάρων μακάρτατε, of Zeus, A.Supp.524 (lyr.).

German (Pape)

[Seite 83] αρος, ὁ, auch ἡ, Eur. Bacch. 565, Ar. Av. 1722, wie Eubul. bei Ath. XV, 679 b; vgl. Mein. com. III p. 251; bei Sp. auch mit neutr., vgl. Lob. par. 208 (nach Arist. eth. 7, 11 von χαίρω, eigtl. »freudig«; Andere leiten es von μακρός ab, so daß eigtl. die Götter, die Hohen, so hießen), – selig, glückselig, eigtl. von den Göttern, die bei Hom. u. Hes. oft μάκαρες θεοί heißen, im Ggstz der Menschen, πρός τε θεῶν μακάρων πρός τε θνητῶν ἀνθρώπων, Il. 1, 339, öfter; auch absolut, οἱ μάκαρες, die Seligen, die Götter, Od. 10, 299; Hes. O. 551 u. sonst im plur.; der sing. in Anreden an einzelne Götter, H. h. 7, 10. 21, 7; μάκαρες ἐν Ὀλύμπῳ, Pind. frg. 58, Κρονίδαι μάκαρες, P. 5, 118; so auch Tragg., wie Aesch. Prom. 96. 169 Ag. 1309; Soph. Phil. 398 u. sonst. – Uebertr. von Menschen, den höchsten Grad menschlicher Glückseligkeit bezeichnend, ὦ μάκαρ Ἀτρείδη, Il. 3, 182, neben ὀλβιόδαιμον, μακάρων δ' ἔξεσσι τοκήων, 24, 377; bes. wohlhabend, reich, ἀνδρὸς μάκαρος κατ' ἄρουραν, 11, 68, vgl. Od. 1, 217; superl., μακάρτατος ἔξοχον ἄλλων, 6, 158, vgl. 11, 483, wo er für den comp. steht; – Pind. ἄνδρες, P. 10, 46, μακάρων ἀγοραί, I. 7, 26; μάκαρι σὺν τύχᾳ, Ar. Av. 1722. – Bes. heißen aber so die Verstorbenen, die auch wir in höherer Beziehung die Seligen nennen, μάκαρες θνητοί, Hes. O. 143. Aber zunächst werden nicht alle Gestorbenen damit bezeichnet, denn auf den μακάρων νῆσοι, den Inseln der Seligen, die von den Alten an den Westrand der Erde in den Oceanus verlegt wurden, sind nur die im Kampf gefallenen Heroen, die Halbgötter des vierten Menschengeschlechtes, die dort ein sorgenloses Leben genießen. S. nom. pr. Bei Sp. aber wie in der Anth. wird es allgemeine Bezeichnung der Verstorbenen. S. auch μακάριος, μακαρίτης. – Compar. μακάρτερος u. superl. μακάρτατος, Od. 6, 158. 11, 483; ἄναξ ἀνάκτων, μακάρων μακάρτατε, Aesch. Suppl. 519.

Greek (Liddell-Scott)

μάκαρ: -ᾰρος, ὁ, καὶ μάκαρ ὡς θηλ., Εὐρ. Ἑλ. 375, Βάκχ. 565, Ἀριστοφ. Ὄρν. 1722, πρβλ. Meineke Κωμ. Ἀποσπ. 3. σ. 251· - εἰ καὶ ὑπάρχει ἰδιαίτερον θηλ. μάκαιρα Ὁμ. Ὕμν. εἰς Ἀπόλλ. 14, Πινδ. Π. 5. 14, Τραγ.· - ὡσαύτως συνάπτεται μετ’ οὐδ. οὐσιαστ. ἐν ταῖς πλαγίαις πτώσεσι, μακάρων ἐξ ἐτέων Ἀνθ. ΙΙ. 9. 424· μακάρων τεκέων Νόνν. Δ. 21. 261· πρβλ. Λοβ. Παραλ. 208· (ἴδε μακρὸς ἐν τέλ.)· [μᾰκᾰρ συνήθως· ἀλλὰ μᾰκᾱρ Σόλων 14 (ἔνθα ὁ Στέφ. ἔγραψε μάκαρς), Δίφιλ. ἐν Ἀδήλ. 3.] Μακάριος, εὐδαίμων, κυρίως ὡς ἐπίθ. τῶν θεῶν οἵτινες καλοῦνται μάκαρες θεοί, παρ’ Ὁμ. καὶ Ἡσιόδ. κατ’ ἀντίθ. πρὸς τοὺς θνητοὺς ἀνθρώπους, πρός τε θεῶν μακάρων πρός τε θνητῶν ἀνθρώπων Ἰλ. Α. 339· ἀπολ., μάκαρες, οἱ μάκαρες, δηλ. οἱ θεοί, μακάρων μέγαν ὅρκον ὀμόσσαι Ὀδ. Κ. 299, πρβλ. Ἡσ. Ἔργ. κ. Ἡμ. 135, Πίνδ., Τραγ.· μάκαρες χθόνιοι Αἰσχύλ. Χο. 476· μ. οὐράνιοι Εὐρ. Ἡρ. Μαιν. 758· μ. ὀλίζοντες, Dii minores, Καλλ. εἰς Δία 72· - ἐπὶ ταύτης τῆς ἐννοίας ἀείποτε ἐν τῷ πληθ., πλὴν ὅπουλόγος ἀποτείνεται πρὸς μίαν τινὰ θεότητα, ὡς ἐν Ὕμν. Ὁμ. 7. 16· συχν. ἐν Ἐπιγραφαῖς, μ. Παιὰν Συλλ. Ἐπιγρ. 5973c· μάκαιρα, ἐπὶ τῆς Περσεφόνης, 2388. 8, κτλ. ΙΙ. ἐπὶ ἀνθρώπων, εὐδαίμων, μακάριος, εὐτυχής, ὦ μάκαρ Ἀτρείδη Ἰλ. Γ. 182, πρβλ. Ω. 377, Θέογν. 1013, Πίνδ., κτλ.· οὕτω, μάκαιρα Θήβα, ἑστία, κτλ., Πίνδ.· - ἰδίως πλούσιος, ἀνδρὸς μάκαρος κατ’ ἄρουραν Ἰλ. Λ. 687, πρβλ. Ὀδ. Α. 217. ΙΙΙ. τὸ ὄνομα μάκαρες ἀπεδίδετο ἰδίως εἰς τοὺς νεκροὺς ὡς κατόχους ἤδη τῆς μακαριότητος, μ. θεοὶ καλέονται Ἡσ. Ἔργ. κ. Ἡμ. 140· - μακάρων νῆσοι (τοποθετούμεναι ὑπὸ τῶν μεταγενεστ. ἐν τῷ Ὠκεανῷ μακρὰν πρὸς δυσμάς), ὅπου κατῴκουν οἱ ἥρωες οἵτινες ἐκαλοῦντο καὶ ἡμίθεοι, ἀνῆκον δὲ οὗτοι κατὰ τὸν Ἡσίοδ. εἰς τὸ τέταρτον γένος, πρῶτον ἐν Ἡσ. Ἔργ. κ. Ἡμ. 169 ἀκολούθως ἐν Πινδ. Ο. 2. 128, ὅστις ὁμιλεῖ περὶ μιᾶς νήσου, ἀλλὰ δὲν λέγει ποῦ ἦτο, ἐνῷ ὁ Ἡρόδ. 3. 26 καλεῖ τὴν ὄασιν τῆς Ἀφρικανικῆς ἐρήμου μακάρων νῆσον· πιθανῶς ὁ Πλάτων ταύτας τὰς νήσους τῶν μακάρων ὑπαινίττεται ἐν Φαίδ. 115D, ἀπιὼν εἰς μακάρων δή τινας εὐδαιμονίας, πρβλ. Γοργ. 523Β κἑξ., Πολ. 519C, κ. ἀλλ. - Ἡ ἔννοια αὕτη δὲν ἀπαντᾷ παρ’ Ὁμ. καὶ αὕτη εἶναι ἡ μόνη χρῆσις τῆς λέξεως ἐν τῷ πεζῷ λόγῳ, ἀνθ’ ἧς τὸ μακάριος εἶναι ὁ κοινὸς τύπος. IV. Συγκρ. μακάρτερος, ὑπερθ. μακάρτατος Ὀδ. Ζ. 158., Λ. 483 (ἔνθα κεῖται ἀντὶ τοῦ συγκρ.), Σοφ. Ἀποσπ. 359· μακάρων μακάρτατε, ἐπὶ τοῦ Διός, Αἰσχύλ. Ἱκέτ. 824. - Περὶ τῶν συγγενῶν τύπων μάκαρς, μακάριος, μακαριστός, μακαρτός, ἴδε τὰς λέξεις.

French (Bailly abrégé)

μάκαιρα, μάκαρ;
ou μάκαρ pour les trois genres ; voc. μάκαρ, gén. μάκαρος;
1 bienheureux en parl. des dieux ; abs. οἱ μάκαρες, les bienheureux, càd les dieux ; μάκαρες χθόνιοι ESCHL les dieux infernaux;
2 en parl. de pers. riche, opulent;
3 en parl. des morts Μακάρων νῆσοι ou Μακάρων νῆσος, les îles ou l’Île des Bienheureux, où vivent les âmes des héros.
Étymologie: R. Μακ, être grand ; cf. μακρός, μακεδνός, etc.

English (Autenrieth)

αρος, sup. μακάρτατος: blessed, blest, of gods, Il. 1.339, and without θεοί, Od. 10.299; of men, blissful, happy, through wealth or otherwise, Od. 11.483, Od. 1.217.

English (Slater)

μᾰκᾰρ (μάκαρ nom., voc.; μάκαρες, -ων, -ες; μάκαιρα, -αν.)
   1 blessed
  &nbspnbsp;a of gods and heroes, pro subs. ἐμοὶ δ' ἄπορα γαστρίμαργον μακάρων τιν εἰπεῖν (O. 1.52) ἔνθα μακάρων νᾶσον ὠκεανίδες αὖραι περιπνέοισιν (O. 2.70) φυλάσσοντες μακάρων τελετάς (O. 3.41) χρὴ πρὸς μακάρων τυγχάνοντ' εὖ πασχέμεν (P. 3.103) Κρονίδαι μάκαρες (P. 5.118) ὦ μάκαρ Herakles (N. 7.94) ὦ μάκαιρα Θήβα (I. 7.1) ταῦτα καὶ μακάρων ἐμέμναντ' ἀγοραί (I. 8.26) ἄνακτα τὸν πάντων ὑπερβάλλοντα Χρόνον μακάρων fr. 33. τέρας, ἅν τε βροτοὶ Δᾶλον κικλῄσκοισιν, μάκαρες δ' ἐν Ὀλύμπῳ χθονὸς ἄστρον fr. 33c. 5. “μακάρων τ' ἐπιχώριον τεθμὸν πάμπαν ἐρῆμον ἀπωσάμενος (Pae. 4.46) ὦ μάκαρ Pan. fr. 96. 1.
   b of men. ὦ μάκαρ υἱὲ Πολυμνάστου Battos (P. 4.59) μάκαρ μὲν ἀνδρῶν μέτα ἔναιεν, ἥρως δ' ἔπειτα λαοσεβής Battos (P. 5.94) μάκαρ δὲ καὶ νῦν (sc. ἐσσί), κλεενᾶς ὅτι εὖχος ἤδη παρὰ Πυθιάδος ἵπποις ἑλὼν δέδεξαι τόνδε κῶμον ἀνέρων Arkesilas (P. 5.20) μόλεν Δανάας ποτὲ παῖς ἐς ἀνδρῶν μακάρων ὅμιλον the Hyperboreans (P. 10.46)
   c of cities, lands, ὀλβία Λακεδαίμων, μάκαιρα Θεσσαλία pr. (P. 10.2), cf. (I. 7.1)
   d of the family hearth. ἐς ἀφνεὰν ἱκομένους μάκαιραν Ἱέρωνος ἑστίαν (O. 1.11) μετὰ χειμέριον ὄμβρον τεὰν καταιθύσσει μάκαιραν ἑστίαν i. e. of Arkesilas (P. 5.11) τραχεῖα νιφὰς πολέμοιο τεσσάρων ἀνδρῶν ἐρήμωσεν μάκαιραν ἑστίαν (I. 4.17)
   e fragg. [ει μακαρ[ Πα. 13a. 21. ]μακαρο[ (Pae. 21.8) ]μακάρων[ P. Oxy. 841, fr. 48.

Spanish

bienaventurado

Greek Monolingual

μάκαρ, -αρος, ὁ, ἡ, θηλ. και μάκαιρα, αιολ. τ. αρσ. μάκαρς, βοιωτ. θηλ. μάκηρα (Α)
1. μακάριος, ευδαίμων, ευτυχής (α. «μάκαρας θεοὺς γανάοντες πολιούχους», Αισχύλ.
β. «ὦ μάκαρ υἱὲ Πολυμνάστου», Πίνδ.)
2. πλούσιος
3. (για νεκρό) αυτός που απέκτησε τη μακαριότητα, μακαρίτης
4. (το αρσ. πληθ.) οἱ μάκαρες
οι ευδαίμονες θεοί
5. φρ. «μακάρων νῆσοι» — φανταστικά νησιά, στα οποία, κατά τις αρχαίες δοξασίες, πήγαιναν οι ψυχές τών ηρώων και άλλων επιφανών ανδρών.
[ΕΤΥΜΟΛ. Αβέβαιης ετυμολ. Το επίθ. μάκαρ ανάγεται πιθ. σε ουσ. ουδ. γένους με σημ. «ευδαιμονία», από όπου προήλθαν οι τ. μάκαρ, μάκαιρα. Η λ. συνδέεται πιθ. με το μακρός, ενώ η άποψη κατά την οποία είναι αιγυπτιακό δάνειο δεν φαίνεται να ευσταθεί. ΠΑΡ.: μακαρίζω, μακάριος, μακαρίτης
αρχ.
μακαρίνη, μάκαρος, μακαρτός.
ΣΥΝΘ. (Β' συνθετικό) αρχ. πάμμακαρ, πολύμακαρ, τρίσμακαρ].

Greek Monotonic

μάκαρ: -ᾰρος, ὁ, θηλ. μάκαιρα και μάκαρ·
I. ευλογημένος, ευτυχισμένος, λέγεται για θεούς, σε αντίθ. προς τους θνητούς ανθρώπους, σε Ομήρ. Ιλ.· απόλ. (ως ουσ.) μάκαρες, ευλογημένοι, σε Ομήρ. Οδ., Ησίοδ., Πίνδ., Τραγ.
II. λέγεται για ανθρώπους, ευτυχισμένος, καλότυχος, ὦ μάκαρ Ἀτρείδη, σε Ομήρ. Ιλ.· ομοίως, μάκαιρα ἑστία, κ.λπ., σε Πίνδ.· ιδίως, πλούσιος, ἀνδρὸς μάκαρος κατ' ἄρουραν, σε Ομήρ. Ιλ.
III. μάκαρες επίσης νοούνται οι νεκροί, ως ασφαλείς από τις κακοτυχίες της ζωής, σε Ησίοδ.· μακάρων νῆσοι, τα Νησιά των Μακάρων (στον ωκεανό που βρίσκεται στο ακρότατο όριο της Δύσης), όπου οι ήρωες και οι ημίθεοι απολάμβαναν αιώνια ανάπαυση, στον ίδ., Πίνδ.
IV.συγκρ. μακάρτερος, υπερθ. μακάρτατος, σε Ομήρ. Οδ.

Russian (Dvoretsky)

μάκαρ: ᾰρος (μᾰ) adj. (f тж. μάκαιρα)
1) блаженный (θεοί Hom.; οὐράνιοι Eur.; χθόνιοι Aesch.; μακάρων μακάρτατε Ζεῦ! Aesch.): Μακάρων νῆσοι Hes. Острова блаженных (местопребывание душ героев); οἱ μάκαρες Hom. блаженные, т. е. боги;
2) счастливый, благоденствующий (Ἀτρείδης Hom.);
3) богатый (ἀνήρ Hom.; Θήβα Pind.).

Frisk Etymological English

Grammatical information: m. (Il.), also f. (E., Ar.) beside μάκαιρα (h. Ap. 14; Zumbach Neuerungen 8), also n. (in obl. cas.; AP, Nonn.),
Meaning: adjunct of gods and men, happy, holy.
Other forms: also μάκαρ (Archil. Supp. 3, 5, Sol. 14, Diph. 126, 6), μάκαρς (Alcm. 10, 11)
Derivatives: Sup. μακάρτατος (Od., A., S.); μακάριος blessed, happy (Pi.); often in address (Pl., Ar.; cf. δαιμόνιε [s. δαίμων]), with μακαριότης blessedness (Pl. Lg., Arist.); μακαρία f. id. (Ar., Pl. Hp. Ma. 293a); μακαρίτης, Dor. -τας, f. -τις "member of the company of the blessed", the blessed (A., Ar., Men., Theoc. ; Redard 30, Bloch Mus. Helv. 12, 59). Denomin. verb μακαρίζω praise (as blessed) (Od.) with μακαριστός (IA.), also proparoxyton μακάριστος (Seiler Steigerungsformen 104), μακαρισμός m. blessing (Pl. R., Arist.), μακαριστής m. (J.). -- Also μακαρτός blessed (AP 7, 740, 5; verse-end), as if from *μακαίρω. - Unclear μακαρίνη ἀνδράχνη H. (like βολβίνη ; Chantraine Form. 204).
Origin: PG [a word of Pre-Greek origin]
Etymology: As adj. in -αρ (-αρ) μάκαρ is quite isolated. The idea of Brugmann (IF 18, 434; agreeing Benveniste Origines 18, Schwyzer 519), that μάκαρ would orig. be a neutr. *'blessedness', from where incidental μάκαρ (and f. μάκαιρα), is formally understandable, but is not supported by the texts. - No etymology; Curtius, Fick-, Prellwitz (s. Bq) connect μακρός. To be rejected also Krappe Rev. de phil. 66, 245 f. (loan from Egyptian). - Rather a Pre-Greek word.

Middle Liddell


I. blessed, happy, of the gods, as opp. to mortal men, Il.; absol., μάκαρες the blessed ones, Od., Hes., Pind., Trag.
II. of men, blest, fortunate, ὦ μάκαρ Ἀτρείδη Il.; so, μάκαιρα ἑστία, etc., Pind.:— esp. wealthy, ἀνδρὸς μάκαρος κατ' ἄρουραν Il.
III. μάκαρες also meant the dead, as secure from the ills of life, Hes.:— μακάρων νῆσοι the Islands of the Blest (in the ocean at the extreme West) where heroes and demi-gods enjoyed rest for ever, Hes., Pind.
IV. comp. μακάρτερος, Sup. μακάρτατος Od.

Frisk Etymology German

μάκαρ: {mákar}
Forms: auch μάκαρ (Archil. Supp. 3, 5, Sol. 14, Diph. 126, 6), μάκαρς (Alkm. 10, 11)
Grammar: m. (seit Il.), auch f. (E., Ar. u.a. in lyr. usw.) neben μάκαιρα (seit h. Ap. 14; Zumbach Neuerungen 8), auch n. (in cas. obl.; AP, Nonn.),
Meaning: Beiwort von Göttern und von Menschen, etwa glückselig, selig.
Derivative: Davon der Sup. μακάρτατος (Od., A., S.); μακάριος glückselig, glücklich (seit Pi.); oft in Anreden (Pl., Ar. u. a.; vgl. δαιμόνιε [s. δαίμων m. Lit.), mit μακαριότης Glückseligkeit (Pl. Lg., Arist. usw.); μακαρία f. Seligkeit, seliges Glück (Ar., Pl. Hp. Ma. 293a usw.); μακαρίτης, dor. -τας, f. -τις "Mitglied der Gesellschaft der Seligen", der, die Selige (A. in lyr., Ar., Men., Theok. usw.; Redard 30, Bloch Mus. Helv. 12, 59). Denominatives Verb μακαρίζω ‘(selig) preisen’ (seit Od.) mit μακαριστός (ion. att.), auch proparoxyton μακάριστος (Seiler Steigerungsformen 104), μακαρισμός m. das Seligpreisen (Pl. R., Arist. usw.), μακαριστής m. (J.). — Auch μακαρτός glücklich gepriesen (AP 7, 740, 5; Versende), wie von *μακαίρω. —Dunkel μακαρίνη· ἀνδράχνη H. (wie βολβίνη u. a.; Chantraine Form. 204).
Etymology : Als Adj. auf -αρ (-αρ) steht μάκαρ ganz isoliert da. Die Annahme Brugmanns (z.B. IF 18, 434; zustimmend u.a. Benveniste Origines 18, Schwyzer 519), μάκαρ wäre urspr. ein Neutr. *’Glückseligkeit’, wovon okkasionelles μάκαρ (und f. μάκαιρα), liegt formal sehr nahe, hat aber in den Texten keinen Anhalt. — Ohne Etymologie; von Curtius, Fick, Prellwitz (s. Bq) mit μακρός verbunden. Abzulehnen ebenfalls Krappe Rev. de phil. 66, 245 f. (aus dem Ägyptischen entlehnt).
Page 2,162-163