Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

μέγαρο

κόσμος σκηνή, ὁ βίος πάροδος· ἦλθες, εἶδες, ἀπῆλθες -> The world is a stage, life is a performance, you came, you saw, you departed
Democritus, fr. 115 D-K

Greek Monolingual

το (Α μέγαρον)
νεοελλ.
μεγάλο, πολυτελές και μεγαλοπρεπές οικοδόμημα το οποίο χρησιμεύει είτε ως ιδιωτική κατοικία είτε ως δημόσιο ίδρυμα, μέλαθρο («προεδρικό μέγαρο»)
αρχ.
1. μεγάλο δωμάτιο το οποίο θεωρούνταν ως η κύρια αίθουσα του ομηρικού ανακτόρου, στην οποία δειπνούσαν οι άνδρες («μέγαρόν τε πλεῑον δαιτυμόνων», Ομ. Οδ.)
2. μεγάλη αίθουσα της οικίας, όπου έμενε η οικοδέσποινα με τις υπηρέτριές της, γυναικωνίτης
3. υπνοδωμάτιο, κοιτώνας
3. συν. στον πληθ. (ιδίως στον Όμηρο) μεγάλη και πολυτελής οικία, ανάκτορο («ἐνὶ μεγάροισιν ἄκουσα εὐχομένης», Ομ. Ιλ.)
4. μνήμα, τάφος, μνημείο
5. ιερός θάλαμος του ναού τών Δελφών όπου λαμβάνονταν οι χρησμοί, άδυτο, ιερό, αλλ. μάγαρον
6. χαρακτηρισμός ορισμένων ιδιότυπων ναών, όπως του ναού της Δήμητρος στο Ταίναρο και στα Μέγαρα ή του ναού τών Κουρήτων στη Μεσσήνη.
[ΕΤΥΜΟΛ. Λ. άγνωστης ετυμολ., πιθ. δάνεια. Η σχέση της με το τοπωνύμιο Μέγαρα δεν έχει προσδιοριστεί].