Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

μέρα

Μή, φίλα ψυχά, βίον ἀθάνατον σπεῦδε, τὰν δ' ἔμπρακτον ἄντλει μαχανάν -> Oh! my soul do not aspire to eternal life, but exhaust the limits of the possible
Pindar, Pythian, 3.61f.
Full diacritics: μέρα Medium diacritics: μέρα Low diacritics: μέρα Capitals: ΜΕΡΑ
Transliteration A: méra Transliteration B: mera Transliteration C: mera Beta Code: me/ra

English (LSJ)

ὄμματα, Hsch. μέρα, ἡ,

   A = μέρος, PGrenf.1.58.12 (vi A.D.).

Greek (Liddell-Scott)

μέρα: «ὄμματα» Ἡσύχ.

Greek Monolingual

(I)
η
βλ. ημέρα.
(II)
μέρα, ἡ (Μ)
μέρος.
[ΕΤΥΜΟΛ. Μεταπλασμένος τ. του μέρος με αλλαγή γένους].
(III)
μέρα (Α)
(κατά τον Ησύχ.) «ὄμματα».