Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

μίζα

Σκιᾶς ὄναρ ἄνθρωπος -> Man is a dream of a shadow
Pindar, Pythian 8.95f.

Greek Monolingual

και μίτζα, η
1. το αρχικό ποσό που καταβάλλει κάθε παίκτης σε τυχερό παιχνίδι, αλλ. πόστα
2. το μερίδιο που παίρνει κανείς από κάποια ύποπτη εκδούλευση ή επιχείρηση
3. πολεμικό σκεύος τών πυρπολητών στην Επανάσταση του 1821
4. τεχνολ. μικρός ισχυρός ηλεκτρικός κινητήρας που χρησιμοποιείται για την εκκίνηση τών κινητήρων εσωτερικής καύσης, κυρίως τών αυτοκινήτων, αλλ. εκκινητήρας.
[ΕΤΥΜΟΛ. < γαλλ. mise (θηλ. του mis, παθ. μτχ. του mettre «βάζω, θέτω»). Η μίζα του αυτοκινήτου επίσης από γαλλ. mise (en marche) «διάταξη που θέτει σε κίνηση τη μηχανή του αυτοκινήτου»].