Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

μίμηση

Ὁ δ' ἀνεξέταστος βίος οὐ βιωτὸς ἀνθρώπῳ -> The unexamined life is not worth living
Plato, Apology of Socrates 38a

Greek Monolingual

η (ΑΜ μίμησις) μιμούμαι
1. το να μιμείται κανείς κάποιον ή κάτι, απομίμηση, σε αντιδιαστολή προς την πρωτοτυπία («καὶ τυραννίδος μᾱλλον ἐφαίνετο μίμησιςστρατηγία», Θουκ.)
2. το έργο που προέρχεται από απομίμηση, ομοίωμα («το έργο αυτό δεν είναι γνήσιο, είναι μίμηση»)
νεοελλ.
1. μουσ. τρόπος γραφής που συνίσταται στο να επαναλαμβάνεται το ίδιο μελωδικό σχήμα από τη μια φωνή στην άλλη ή από το ένα όργανο στο άλλο
2. (ψυχολ.) η συνειδητή ή ασυνείδητη προσπάθεια ενός ατόμου να αναπαραγάγει στη σκέψη ή στη συμπεριφορά του το ίδιο πρότυπο σκέψης ή συμπεριφοράς που παρατήρησε σε κάποιο άτομο·