Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

μίτρα

Ὄττω τις ἔραται -> Whatever one loves best | Whom you desire most
Sappho
Full diacritics: μίτρα Medium diacritics: μίτρα Low diacritics: μίτρα Capitals: ΜΙΤΡΑ
Transliteration A: mítra Transliteration B: mitra Transliteration C: mitra Beta Code: mi/tra

English (LSJ)

Ep. and Ion. μίτρη, ἡ, a piece of armour, apparently a metal guard worn round the waist, Il.4.137, 187,216, 5.857.    2 in later Poets, = ζώνη, maiden's girdle, Theoc.27.54 [μίτρᾰν cj., μικράν codd.], Call.Aet.3.1.45, Mosch.2.73, etc.; μ. λῦσαι A.R.1.288; λύσασθαι, ἀναλύεσθαι, Call.Jov.21, Del.222; παρθένον ἧς ἀπέλυσε μίτρην Epigr.Gr.319; also, = στρόφιον, τὴν μ. ἣ μαστοὺς ἐφίλησε Call.Epigr. 39, cf. A.R.3.867, etc.    3 girdle worn by wrestlers, AP15.44.    4 surgical bandage, Q.S.4.213.    II headband, snood, μ. Λυδία νεανίδων… ἄγαλμα Alcm.23.67, cf. E.Ba.833, Hec.924 (lyr.), Ar.Th. 257.    2 victor's chaplet at the games, Pi.O.9.84 (pl.), I.5(4).62: metaph., Λυδία μίτρα καναχηδὰ πεποικιλμένα, of an ode in the Lydian mode, Id.N.8.15.    3 headband as badge of rank at the Ptolemaic court, Arch.Pap.1.220.    4 oriental head-dress, perh. a kind of turban, Hdt.1.195, 7.90, Duris 14 J., etc.; as a mark of effeminacy, Ar.Th.941; diadem, Call.Del.166.    5 head-dress of the priest of Heracles at Cos, Plu.2.304c; of the Jewish high-priest, LXXEx.29.6, al.    III = ἐπιδιδυμίς, Hp. ap. Gal.19.123 (where μήτρη) . [ῐ by nature, E. ll. cc., etc.; ῑ by position in Hom.]

German (Pape)

[Seite 193] ἡ, ep. u. ion. μίτρη (verwandt mit μίτος); – 1) Leibbinde, Gürtel; – a) bei den Kriegern der Leibgürtel, der unter dem Panzer oberhalb der Hüften getragen wird, wie es Il. 4, 135 vom Pfeil heißt διὰ μὲν ἂρ ζωστῆρος ἐλήλατο δαιδαλέοιο καὶ διὰ θώρηκος – ἠρήρειστο, μίτρης θ' ἣν ἐφόρει ἔρυμα χροός, ἕρκος ἀκόντων – διὰ πρὸ δὲ εἴσατο καὶ τῆς; er ist von Erz; ζῶμά τε καὶ μίτρη, τὴν χαλκῆες κάμον, 4, 187; vgl. noch ἐς κενεῶνα, ὅθι ζωννύσκετο μίτρην, 5, 857. – b) Jungfrauengürtel, = ζώνη; Ap. Rh. 1, 287; Callim. Del. 222; Theocr. 27, 54 [μίτραν mit kurzem α]; – Brustbinde der Frauen, Ap. Rh. 3, 867. 1013, wie Philod. 18 (V, 13). – Uebh. Binde, εὔμαλλος, Pind. I. 4, 69, Schol. erkl. ταινία; aber φέρων Λυδίαν μίτραν καναχηδὰ πεποικιλμέναν ist das Lied in lydischer Tonweise, Pind. N. 8, 15; Kranz, Ol. 9, 84. – Bes. 2) Hauptbinde, wie sie in Griechenland nur die Frauen trugen, wie sie aber auch bei den weichlichen Asiaten sehr gewöhnlich war; μίτραν κόμας ἄπο ἔῤῥιψεν, Eur. Bacch. 1113; πλόκαμον ἀναδέτοις μίτραισιν ἐῤῥυθμιζόμαν, Hec. 924; τὰς κεφαλὰς μίτρῃσι ἀναδέονται, Her. 1, 195; τῇ μίτρᾳ τοὺς βοστρύχους ἀνειλημμένος, Luc. D. D. 2, 2, vgl. 18, 1. – Auch Krone, Diadem, Call. Del. 166; Ath. XII, 536.

Greek (Liddell-Scott)

μίτρᾱ: [ἴδε ἐν τέλ.], Ἐπικ. καὶ Ἰων. μίτρη, ἡ, εἶδος ζώνης ἣν ἐφόρουν περὶ τὴν ὀσφὺν καὶ ὑπὸ τὸν θώρακα (ἐνῷ τὸν ζωστῆρα ἐφόρουν ὑπεράνω τοῦ θώρακος), μίτρης θ’, ἣν ἐφόρει, ἔρυμα χροός, ἕρκος ἀκόντων, «μίτρα δὲ ἐλέγετο τὸ ἐσώτερον τῆς λαγόνος εἴλημα· ἐρεοῦν χαλκῷ ἔξωθεν περιειλημένον», «ἔρυμα χροὸς δὲ φύλαγμα τοῦ σώματος» (Σχόλ.), Ἰλ. Δ. 137, Ε. 857· ἦν δὲ κεκαλυμμένη διὰ μετάλλου, Δ. 187. 216· (ὅθεν χαλκομίτρας Κάστωρ Πινδ. Ν. 10, ἐν τέλ.). 2) παρὰ μεταγεν. ποιητ., = ζώνη, ἡ τῆς παρθένου ζώνη, Θεόκρ. 27. 54 [[[ἔνθα]] μίτρᾰν], Μόσχ., κλ.· μ. λύειν Ἀπολλ. Ρόδ. Α. 288· λύσασθαι, ἀναλύεσθαι Καλλίμ. εἰς Δία 21, εἰς Δῆλ. 221· παρθένον ἧς ἀπέλυσε μίτρην Ἑλλ. Ἐπιγράμμ. 319. - ὡσαύτως = στρόφιον, Καλλιμ. Ἐπιγράμμ. 39, Ἀπολλ. Ρόδ. Γ. 867, κτλ. 3) διάζωμα παλαιστοῦ, Ἀνθ. Π. 15. 44. 4) χειρουργικός τις ἐπίδεσμος, Κόϊντ. Σμ. 4. 213. ΙΙ. ταινία δι’ ἧς αἱ Ἑλληνίδες γυναῖκες ἀνέδενον τὴν κόμην αὑτῶν, Εὐρ. Βάκχ. 833· ἔφερον δὲ αὐτὴν καὶ κατὰ τὴν νύκτα, ὁ αὐτ. ἐν Ἑκάβ. 924, πρβλ. Ἀριστοφ. Θεσμ. 257. 2) ὁ τοῦ νικητοῦ στέφανος ἐν τοῖς ἀγῶσι, Πινδ. Ο. 9. 125, Ι. 5 (4). 79· διὸ καὶ καλεῖ μίαν τῶν ᾠδῶν αὑτοῦ: Λυδία μίτρα καναχηδὰ πεποικιλμένα, Λύδιος στέφανος (δηλ. ᾠδὴ κατὰ τὴν Λυδιστὶ ἁρμονίαν) κεκοσμημένη διὰ τοῦ αὐλοῦ, Ν. 8. 25. 3) Περσικόν τι κάλυμμα τῆς κεφαλῆς, ἴσως εἶδος «σαρικίου», Ἡρόδ. 1. 195, πρβλ. 7. 62, 90, Δωρίων παρ’ Ἀθην. 563Α, κτλ.· ὡς σημεῖον ἐκθηλύνσεως, Ἀριστοφ. Θεσμ. 941, πρβλ. Οὐεργ. Αἰν. 4. 216., 9. 616· - διάδημα, Καλλ. εἰς Δῆλ. 166· -- πρβλ. κυρβασία. 4) κάλυμμα τῆς κεφαλῆς τοῦ ἱερέως τοῦ Ἡρακλέους ἐν Κῷ, Πλούτ. 2. 304C. ΙΙΙ. = ἐπιδιδυμίς, Γαλην. Λεξ. Ἱππ. [ῐ φύσει, Εὐρ. ἔνθ’ ἀνωτ.· ῑ θέσει παρ’ Ὁμ.].

French (Bailly abrégé)

ας (ἡ) :
I. ceinture, particul.
1 large ceinture à l’usage des guerriers, d’où pend une plaque de métal protégeant le bas-ventre;
2 ceinture de femme;
II. bandeau pour la tête, particul.
1 bandeau servant de coiffure;
2 turban ou tiare asiatique.
Étymologie: μίτος.

English (Slater)

μίτρα
   1 headband worn by victorious athletes. ἦλθον τιμάορος Ἰσθμίαισι Λαμπρομάχου μίτραις (O. 9.84) λάμβανέ οἱ στέφανον, φέρε δ' εὔμαλλον μᾰτραν (I. 5.62) met., ἱκέτας Αἰακοῦ σεμνῶν γονάτων ἅπτομαι φέρων Λυδίαν μίτραν καναχηδὰ πεποικιλμέναν (ἀλληγορικῶς τὸν ποικίλον ὕμνον οὕτω φησὶν ὡς Λυδίῳ ἁρμονίᾳ γεγραμμένον. Σ.) (N. 8.15), cf. fr. 179.

Greek Monolingual

(I)
η (ΑΜ μίτρα, Α επικ. και ιων. τ. μίτρη)
νεοελλ.-μσν.
σφαιρικό, χρυσοποίκιλτο και διάλιθο λειτουργικό κάλυμμα της κεφαλής το οποίο φέρουν σε ορισμένες ιεροτελεστίες οι επίσκοποι της Ανατολικής Ορθόδοξης Εκκλησίας
αρχ.
1. ζώνη τών πολεμιστών την οποία φορούσαν γύρω από τη μέση και κάτω από τον θώρακα
2. ζώνη παρθενίας
3. στηθόδεσμος
4. ζώνη που φορούσαν οι παλαιστές
5. χειρουργικός επίδεσμος
6. ταινία για δέσιμο τών μαλλιών
7. το στεφάνι του νικητή σε αγώνες
8. διακριτικό διάδημα στην πτολεμαϊκή αυλή
9. διάδημα βασιλέων
10. μτφ. ονομασία ωδής γραμμένης κατά τη λυδική αρμονία
11. (στις ανατολικές χώρες) κάλυμμα της κεφαλής, πιθ. είδος σαρικιού
12. κάλυμμα της κεφαλής του Ιουδαίου αρχιερέα
13. κάλυμμα της κεφαλής του ιερέα του Ηρακλέους στην Κω
14. η επιδιδυμίδα
15. συνεκδ. σημείο εκθηλύνσεως («ἵνα μὴ 'ν κροκωτοῑς καὶ μίτραις γέρων ἀνήρ», Αριστοφ.).
[ΕΤΥΜΟΛ. Η αρχική σημ. της λ. είναι «δεσμός» και ανάγεται πιθ. σε ΙΕ ρίζα mei- «δένω» — συνδέεται πιθ. με αρχ. ινδ. mitra- «φίλος, φιλία», αβεστ. miθra- «συμβόλαιο, φίλος», λ. που μαρτυρείται στο όνομα του θεού Μίθρα. Κατ' άλλους, η λ. είναι δάνεια, πιθ. από ινδοϊρανική πηγή. Τη λ. δανείστηκε η λατ. με τη μορφή mitra, από την οποία στη συνέχεια η γαλλ. με τη μορφή mitre].
(II)
η
ζωολ. γένος γαστερόποδων μαλακίων της οικογένειας mitridae.

Greek Monotonic

μίτρα: [ῑ], Επικ. και Ιων. μίτρη, ἡ,
I. 1. ζώνη ή ζωνάρι, που το φορούσαν γύρω από τη μέση, κάτω από τον προστατευτικό θώρακα (ενώ ο ζωστήρ φοριόταν πάνω απ' αυτόν), σε Ομήρ. Ιλ.
2. ζώνη, ζώνη που φορούσε η παρθένα κόρη, σε Θεόκρ., Μόσχ. κ.λπ.
3. είδος ζωναριού που φορούσαν οι παλαιστές, σε Ανθ.
II. 1. είδος κεφαλόδεσμου που φορούσαν οι Ελληνίδες γυναίκες για να συγκρατούν τα μαλλιά τους, το φιλέ, σε Ευρ.
2. στεφάνι νικητή σε αθλητικούς αγώνες, σε Πίνδ.· Λυδία μίτρα, Λυδική γιρλάντα (δηλ. ωδή σε Λυδική μουσική κλίμακα), στον ίδ.
3. περσικό κάλυμμα της κεφαλής, τουρμπάνι, σε Ηρόδ.

Russian (Dvoretsky)

μίτρᾱ: эп.-ион. μίτρη ἡ митра
1) широкий пояс, надевавшийся, в отличие от ζωστήρ, под броню: μ., ἥν ἐφόρει ἔρυμα χροός Hom. митра, которую (Менелай) носил для защиты тела (от ран);
2) пояс вообще: девушек Theocr., атлетов Anth. и т. д.;
3) головная повязка, преимущ. женская: ἐπὶ κάρα ἔσται μ. Eur.;
4) женская грудная повязка: τὰ κωνία μαστῶν ἔστηκεν μίτρης γυμνὰ περιδρομάδος Anth. груди, окруженные митрой;
5) восточный головной убор, род тюрбана Her., Arph., Plut.

Frisk Etymological English

Grammatical information: f.
Meaning: girdle with metal (Il.), maidens girdle (Theoc., A. R., Call.), headband, diadem (Alcm., Hdt., E., Ar., Call.), victors chaplet (Pi.).
Other forms: ion. -ρη f.
Compounds: Compp., e.g. μιτρη-φόρος (-ο-φ.) μ.-bearing' (Hdt., Plu.), αἰολο- μίτρης with motley girdle (E 707, Theoc.; on the ending -ης Schwyzer 451), ἄ-μιτρος without girdle (Call.).
Derivatives: μιτρίον (gloss.), μιτρώδης μ.-like' (An. Ox.), μιτραῖον (cod. -έον) ποικίλον H.; μιτρόομαι, -όω put on a μ., wear, clothe with a μ. (Str., Nonn.).
Origin: XX [etym. unknown]
Etymology: By H. Petersson Studier tillegn. Esaias Tegner (Uppsala 1913) 226ff. (agreeing Güntert Weltkönig 50f.) as inherited word identified with Skt. mitrá- n. m. friend, prop. friendship, Av. miθra- m. treaty, friend, as personification Mithra = OP. MiÞra-; orig. meaning *'connection', to IE *mei- bind, attach (WP. 2, 241 f., Pok. 710); here after P. also μίτος. The combination remains quite hypothetical, as long as nothing is known of an agreeing primary verb, esp. as the other adduced evidence, e.g. Skt. mékhalā girdle, are very doubtful (cf. Schwyzer WuS 12, 32 n. 1). Other hypotheses on mitrá- in Mayrhofer KEWA s.v., who gives an extensive treatment. -- Given its technical meaning the in Greek isolated μίτρα (the semantically unclear μίτος can better be left out) can very well be a loan, perhaps from an Indo-Iranian source. Does the short point to a Pre-Greek word?

Middle Liddell

μίτρα, επιξ ανδ ιονιξ μίτρη, ἡ,
I. a belt or girdle, worn round the waist beneath the cuirass (whereas the ζωστήρ went over it), Il.
2. = ζώνη, the maiden-zone, Theocr., Mosch., etc.
3. a girdle worn by wrestlers, Anth.
II. a head-band worn by Greek women to tie up their hair, a snood, Eur.
2. the victor's chaplet at the games, Pind.; Λυδία μίτρα a Lydian garland (i. e. an ode in Lydian measure), Pind.
3. a Persian head-dress, turban, Hdt.

Frisk Etymology German

μίτρα: {mítra}
Forms: ion. -ρη f.
Meaning: erzbeschlagener Gurt (Il.), Mädchengürtel (Theok., A. R., Kall. usw.), Kopfbinde, Turban, Diadem (Alkm., Hdt., E., Ar., Kall. u.a.), Siegeskranz (Pi.).
Composita : Kompp., z.B. μιτρηφόρος (-οφ.) ’μ.-tragend’ (Hdt., Plu. u.a.), αἰολο- μίτρης ‘mit buntem Gurt od. Turban’ (Ε 707, Theok.; zum Ausgang -ης Schwyzer 451), ἄμιτρος ohne Gürtel (Kall.).
Derivative: Wenige Ableitungen: μιτρίον (Gloss.), μιτρώδης ’μ.-ähnlich’ (An. Ox.), μιτραῖον (cod. -έον)· ποικίλον H.; μιτρόομαι, -όω ‘eine μ. anlegen, tragen, mit einer μ. bekleiden’ (Str., Nonn.).
Etymology : Von H. Petersson Studier tillegn. Esaias Tegner (Uppsala 1913) 226ff. (zustimmend Güntert Weltkönig 50f.) als Erbwort mit aind. mitrá- n. m. Freund, eig. Freundschaft, aw. miϑra- m. Vertrag, Freund, als Personifikation Mithra = ap. Miþra-, zusammengestellt; urspr. Bed. *’Verbindung’, zu idg. *mei- binden, verknüpfen (WP. 2, 241 f., Pok. 710); hierher nach P. auch μίτος. Die Kombination bleibt ganz hypothetisch, solange von einem entsprechenden primären Verb sonst nichts verlautet, zumal die übrigen dafür aufgerufenen Zeugen, z.B. aind. mékhalā Gurt, Gürtel, von sehr fraglichem Wert sind (vgl. Schwyzer WuS 12, 32 A. 1). Andere Hypothesen über mitrá- bei Mayrhofer s.v., wo ausführliche Behandlung. — Angesichts seiner technischen Bed. kann das im Griech. isolierte μίτρα (von dem semantisch umstrittenen μίτος sieht man besser ab) sehr wohl eine Entlehnung, vielleicht aus indoiranischer Quelle, sein; es bestände somit immer die Möglichkeit, die gleichlautenden griech. und indoiran. Wörter zusammenzuhalten, wenn auch die semantischen Vorgänge im einzelnen unbekannt bleiben und jeder Verifikation entbehren müssen.
Page 2,246