Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

μαδιγένειος

Ἐδιζησάμην ἐμεωυτόν -> I searched out myself
Heraclitus, fr. 101B
Full diacritics: μᾰδῐγένειος Medium diacritics: μαδιγένειος Low diacritics: μαδιγένειος Capitals: ΜΑΔΙΓΕΝΕΙΟΣ
Transliteration A: madigéneios Transliteration B: madigeneios Transliteration C: madigeneios Beta Code: madige/neios

English (LSJ)

ον, (μαδαρός, γένειον)

   A smooth-chinned, Arist.HA518b20 (prob. μαδηγένειοι, cf. μαδαγένειος and Poll.2.88).

Greek (Liddell-Scott)

μᾰδιγένειος: -ον, (μαδάω, γένειον) ὁ ἔχων «μαδαρὰ γένεια» (Φώτ.), Λατ. imberbis, Ἀριστ. π. τὰ Ζ. Ἱστ. 3. 11, 13, ἴδε Λοβ. Φρύν. 662.

Greek Monolingual

μαδιγένειος και μαδηγένειος και δωρ. τ. μαδαγένειος, -ον (Α)
αυτός που έχει μαδημένα γένια, αγένειος («ἧττον δὲ γίγνονται φαλακροὶ οἱ μαδιγένειοι», Αριστοτ.).
[ΕΤΥΜΟΛ. < θ. μαδι- (πρβλ. μαδώ, μαδαρός), σύνθετο του τύπου τερψί-μβροτος + -γένειος (< γένυς, -υος «γένια»), πρβλ. ευ-γένειος].

Russian (Dvoretsky)

μᾰδιγένειος: Arst. v. l. = μαδηγένειος.