Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

μαδώ

Δύο γὰρ, ἐπιστήμη τε καὶ δόξα, ὧν τὸ μὲν ἐπίστασθαι ποιέει, τὸ δὲ ἀγνοεῖν.
Hippocrates

Greek Monolingual

(AM μαδῶ, -άω, Μ και μαδίω και μαδιῶ και μαθῶ)
1. (για τρίχες, φτερά, φύλλα κ.λπ.) (αμτβ.) πέφτω («μαδήσανε τα πούπουλα»)
2. (για πρόσωπα ή πράγματα) (αμτβ.) αποβάλλω, χάνω τις τρίχες, τα φτερά, τα φύλλα μου («ἐὰν δέ τινι μαδήσῃ ἡ κεφαλὴ αὐτοῦ, φαλακρός ἐστιν, καθαρός ἐστιν», ΠΔ)
νεοελλ.
(μτβ.) μτφ. απογυμνώνω κάποιον από τα χρήματά του εξαιτίας της μεγάλης ακρίβειας
1. «μάς μαδήσανε σ' αυτό το μαγαζί»)
νεοελλ.-μσν.
1. (μτβ.) αποσπώ, ξεριζώνω τις τρίχες, τα φύλλα, τα φτερά («μαδώ το κοτόπουλο»)
2. μέσ. μαδιέμαι
τραβώ τα μαλλιά μου
αρχ.
(για συκιά) έχω προσβληθεί από νόσο που οφείλεται σε αφθονία βροχών και έχω σαπίσει.
[ΕΤΥΜΟΛ. Οι τ. μαδῶ, μαδαρός, μαδιγένειος συνθέτουν ένα σύστημα αρχαϊκού τύπου που μπορεί να παραβληθεί με εκείνη τών χαλῶ, χαλαρός, χαλί-φρων. Ο αόριστος όμως του χαλῶ, χαλάσαι είναι αρχαίος, ενώ ο αόριστος του μαδῶ, μαδῆσαι είναι νεώτερος σχηματισμός (πρβλ. λαγαρός: λαγάσαι). Η αρχική σημ. του μαδῶ «διαρρέω» εξελίχθηκε σε «πέφτω, χάνω», παράλληλη με εκείνην του ρ. ἐκρέω «πέφτω» για μαλλιά και του λατ. dēfluō με την ίδια σημ. Επίσης πρέπει να ληφθεί υπ' όψιν η σημ. του μαδῶ: «ζεματώ ζώο για να το μαδήσω». Ο τ. συνδέεται με: λατ. madeō «είμαι βρεγμένος» και ενίοτε «είμαι μεθυσμένος», αρχ. ινδ. madati «είμαι μεθυσμένος» και madira «μεθυστικός» (πρόκειται πιθ. για δυσύλλαβη ρίζα madē). Τέλος, ο τ. συνδέεται πιθ. με τον τ. μαστός.
ΠΑΡ. μάδηση
αρχ.
μάδος
νεοελλ.
μάδημα, μαδητής.
ΣΥΝΘ. (Β' συνθετικό) απομαδώ
νεοελλ.
σουρομαδώ, φτερομαδώ, φυλλομαδώ].