Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

μανικός

Pindar, Pythian 8.95f.
Click links below for lookup in third sources:
Full diacritics: μᾰνῐκός Medium diacritics: μανικός Low diacritics: μανικός Capitals: ΜΑΝΙΚΟΣ
Transliteration A: manikós Transliteration B: manikos Transliteration C: manikos Beta Code: maniko/s

English (LSJ)

ή, όν, (μανία) A of or for madness, mad, μ. πράγματα Ar.V. 1496; (νόσημα) Hp.Aph.3.20; βλέπει μανικόν τι she has a madwoman's eye, Ar.Pl.424; μανικωτέρα ἡδονή Pl.R.403a; ἡ μανική = madness, Id.Phdr.244c; μανικόν = symptom of madness, Hp.Prog.3; οὐ μανικόν ἐστ' ἐν οἰκία τρέφειν ταὧς; Anaxandr.28, cf. Epicur.Ep.2p.53U.; νοσῶν τι μ. Timocl.6.12. Adv. μανικῶς, περιφέρεσθαι X.Cyn.3.5; πυρέττειν Plu. Alex.75. 2 generally, mad, extravagant, Isoc.1.15, Pl.Prt.343c, etc.; σωφρόνημα λίαν μ. dub. l. in X.Ages.5.4; μ. ἱππωνίαι Id.Eq. Mag.1.12. Adv. μανικῶς, διακεῖσθαι Pl.Phdr.249d; ἔχειν Id.Sph.216d; ὰλόγως καὶ μανικῶς Isoc.5.65, cf. Phld.Ir.p.82 W. II disposed to madness, Pl.Smp.173d (dub.); unbalanced, Id.Sph.242a. 2 frenzied, enthusiastic, inspired, εὐφυοῦς ἡ ποιητική ἐστιν ἢ μανικοῦ Arist.Po.1455 a33; ἐξίσταται τὰ εὐφυᾶ γένη εἰς μανικώτερα ἤθη Id.Rh.1390b29; νοσήματα μ. καὶ ἐνθουσιαστικά Id.Pr.954a36. III Act., causing madness, στρύχνος (-ον) Thphr.HP9.11.5, Dsc.4.73, Gal.11.767; μανικόν, τό, = δορύκνιον, Plin.HN21.179, cf. Dsc.Alex.6; φάρμακα Plu.Arat.54.

French (Bailly abrégé)

ή, όν :
1 fou, insensé;
2 qui trouble la raison;
Cp. μανικώτερος, Sp. μανικώτατος.
Étymologie: μαίνομαι.

German (Pape)

zur Raserei gehörig; μανικόν τι βλέπειν, wie ein Rasender aussehen, das Weiße im Auge nach außen gedreht, Ar. Plut. 424; rasend, unsinnig, Plat. Prot. 343a; ἐπιχείρημα, Alc.I, 113c; ὑβριστικὰ καὶ μανικὰ λέγειν, Polit. 307 h, öfter; in heftiger Leidenschaft, Begeisterung, Enthusiast, Plat. Symp. 173d und Folgde; zum Zorn geneigt, Arist.; μανικὴ διάθεσις, die Wut, Pol. 32.25.6; – unsinnig groß, übertrieben, σωφρόνημα λίαν μανικόν, Xen. Ages. 5.4, τῶν πολυτελῶν καὶ μανικῶν ἱππωνειῶν, Hipparch. 1.12. – Auch = Raserei verursachend, φάρμακα, Plut. Arat. 54.
• Adv. μανικῶς, διακείμενος, Plat. Phaed. 249d, καὶ ἀτάκτως ἔρχεσθαι, Legg. X.897c.

Russian (Dvoretsky)

μᾰνῐκός:
1 сумасшедший, безумный (πράγματα Arph.): μανικόν τι βλέπειν Arph. иметь безумный вид;
2 граничащий с безумием, безрассудный (ἐπιχείρημα Plat.);
3 восторженный, вдохновенный: εὐφυοῦς ἡ ποιητική ἐστιν ἢ μανικοῦ Arst. поэзия есть область одаренности или вдохновения;
4 приводящий в безумие (φάρμακα Plut.).

Greek (Liddell-Scott)

μᾰνῐκός: -ή, -όν, (μανία) ἀνήκων ἢ ἁρμόζων εἰς μανίαν, παράφρων, μ. πράγματα Ἀριστοφ. Σφ. 1496· μανικὸν (νόσημα) Ἱππ. Ἀφ. 1248· μανικόν τι βλέπειν Ἀριστοφ. Πλ. 424· μανικωτέρα ἡδονὴ Πλάτ. Πολ. 403Α· ἡ μανική, ἡ μανία, παραφροσύνη, ὁ αὐτ. ἐν Φαίδρ. 244C· τά μ., συμπτώματα μανίας, παραφροσύνης, Ἱππ. Προγν. 37· οὐ μανικόν ἐστ’ ἐν οἰκίᾳ τρέφειν ταὧς; Ἀναξανδρ. ἐν «Μελιλώτῳ» 4. ΙΙ. ἐπὶ ἀνθρώπων, ὁ ἔχων διάθεσιν ἢ τάσιν πρὸς μανίαν, παράφρων «τρελλός», μανιώδης, Πλάτ. Σοφ. 242Α, ὁ αὐτ. ἐν Συμπ. 173D. 2) ἐνθουσιῶν, ἐμπεπνευσμένος, διατελῶν ὑπὸ τὴν ἐνέργειαν ἐμπνεύσεως, εὐφυοῦς ἡ ποιητική ἐστιν ἢ μανικοῦ Ἀριστ. Ποιητ. 17. 4, πρβλ. Προβλ. 30. 1, 18. 3) καθόλου, ὑπέρμετρος, ὑπερβολικός, Ἰσοκρ. 5Α, κτλ.· σωφρόνημα λίαν μανικὸν Ξεν. Ἀγησ. 5. 4, πρβλ. Ἱππαρχ. 1, 12· - οὕτως ἐν τῷ ἐπιρρ., μανικῶς διακεῖσθαι Πλάτ. Φαῖδρ. 249D· ἔχειν ὁ αὐτ. ἐν Σοφ. 216D. ΙΙΙ. ἐνεργ., ὁ προξενῶν, ἐπιφέρων μανίαν, στρύχνος μνημονεύεται ἐκ τοῦ Διοσκ.· φάρμακα Πλουτ. Ἄρατ. 54.

Greek Monolingual

-ή, -ό (AM μανικός, -ή, -όν)
βλ. μανιακός.

Greek Monotonic

μᾰνῐκός: -ή, -όν (μανία),·
I. αυτός που προκαλείται από ή αυτός που καταλήγει στη μανία, τρελός, σε Αριστοφ.· μανικόν τι βλέπειν, κοιτάζω σαν τρελός, στον ίδ.
II. λέγεται για πρόσωπα, παραληρηματικός, παράφρων, σε Πλάτ.· τρελός, παράλογος, σε Ξεν.· επίρρ., μανικῶς διακεῖσθαι, σε Πλάτ.

Middle Liddell

μᾰνῐκός, ή, όν μανία
I. of or for madness, mad, Ar.; μανικόν τι βλέπειν to look mad, Ar.
II. of persons, frenzied, frantic, Plat.:— mad, extravagant, Xen.: —adv., μανικῶς διακεῖσθαι Plat.

English (Woodhouse)

mad

⇢ Look up "μανικός" on Google | Wiktionary | LSJ full text search (Translation based on the reversal of Woodhouse's English to Ancient Greek dictionary)