Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

μαντεῖος

Ὄττω τις ἔραται -> Whatever one loves best | Whom you desire most
Sappho
Full diacritics: μαντεῖος Medium diacritics: μαντεῖος Low diacritics: μαντείος Capitals: ΜΑΝΤΕΙΟΣ
Transliteration A: manteîos Transliteration B: manteios Transliteration C: manteios Beta Code: mantei=os

English (LSJ)

α, ον, also ος, ον E.Ion130 (lyr.); Ion. μαντ-ήϊος, η, ον:—poet. for μαντικός,

   A oracular, prophetic, βωμός, μυχός, Pi.O.6.5, P.5.69, etc.; στέφη A. Ag.1265; ἕδρα E.l.c.; τρίπους Pae.Delph.18; ἐπ' Ἰσμηνοῦ τε μαντείᾳ σποδῷ, of the altar's embers, S.OT21; μ. ἄναξ, i.e.Apollo, E.Tr.454, cf. Or.1666, Ar.Av.722.

Greek (Liddell-Scott)

μαντεῖος: -α, -ον, ὡσαύτως ος, ον, Εὐρ. Ἴων 130· Ἰων. -ήιος, η, ον· - ποιητ. ἀντὶ μαντικός, προφητικός, βωμός, μυχὸς Πινδ. Ο. 6. 6, Π. 5. 92· στέφη Αἰσχύλ. Ἀγ. 1265· ἐπ’ Ἰσμηνοῦ τε μαντείᾳ σποδῷ, ἐπὶ τῆς τέφρας τοῦ βωμοῦ, Σοφ. Ο. Τ. 21· - μ. ἄναξ, δηλ. ὁ Ἀπόλλων, Εὐρ. Τρῳ. 454, πρβλ. Ὀρ. 1666, Ἀριστοφ. Ὄρν. 722.

French (Bailly abrégé)

α, ον :
qui concerne un oracle, d’oracle.
Étymologie: μάντις.

Greek Monolingual

μαντεῑος, -ον, θηλ. και -εία, ιων. τ. μαντήϊος, -η, -ον (Α)
1. (ποιητ. τ.) μαντικός, προφητικός
2. αυτός που ανήκει στον μάντη ή χρησιμοποιείται από τον μάντη
3. φρ. α) «μαντεῑος ἄναξ» — ο Απόλλων
β) «μαντεία σποδός» — η τέφρα που υπήρχε πάνω στον βωμό (Σοφ.).
[ΕΤΥΜΟΛ. < μάντις + κατάλ. -εῖος (πρβλ. οικ-είος, χαλκ-είος)].

Greek Monotonic

μαντεῖος: -α, -ον και -ος, -ον, Ιων. -ήϊος, -η, -ον, ποιητ. αντί μαντικός, χρησμώδης, προφητικός, σε Πίνδ., Αισχύλ. κ.λπ.· μαντεῖος ἄναξ, δηλ. ο Απόλλων, σε Ευρ.

Russian (Dvoretsky)

μαντεῖος: ион. μαντήϊος 3, реже
1) пророческий, прорицательский (βωμός Pind.; ἕδρα Eur.); венчающий прорицателей (στέφη Aesch.);
2) прорицающий (Ἀπόλλων Arph.).

Middle Liddell

μαντεῖος, η, ον poet. for μαντικός
oracular, prophetic, Pind., Aesch., etc.; μ. ἄναξ, i. e. Apollo, Eur.