Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

μαστοφαγής

τύμβος, ὦ νυμφεῖον, ὦ κατασκαφής οἴκησις αἰείφρουρος, οἷ πορεύομαι πρὸς τοὺς ἐμαυτῆς -> Tomb, bridal chamber, eternal prison in the caverned rock, whither I go to find mine own.
Sophocles, Antigone, 883

Greek (Liddell-Scott)

μαστοφᾰγής: ὁ, ἄγνωστόν τι ἁρπακτικὸν πτηνόν, Κλήμ. Ἀλ. 298.

Greek Monolingual

μαστοφαγής, ὁ (Α)
άγνωστο σήμερα αρπακτικό πτηνό («μαστοφαγὴς ὠκύπτερος», Κλήμ. Αλ.).
[ΕΤΥΜΟΛ. < μαστός + -φαγής (< θ. φαγ-, πρβλ. -φαγ-ον, β' αόρ. του ἐσθίω)].