Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

μασύντης

Γηράσκω δ᾽ αἰεὶ πολλὰ διδασκόμενος -> I grow old always learning many things
Solon the Athenian
Full diacritics: μᾰσύντης Medium diacritics: μασύντης Low diacritics: μασύντης Capitals: ΜΑΣΥΝΤΗΣ
Transliteration A: masýntēs Transliteration B: masyntēs Transliteration C: masyntis Beta Code: masu/nths

English (LSJ)

ου, ὁ,

   A = μασητήρ: nickname of a parasite, Hsch.

Greek (Liddell-Scott)

μᾰσύντης: -ου, ὁ, = μασητήρ· σκωπτικῶς = παράσιτος, Ἡσύχ.· πρβλ. παραμασύντης.

Greek Monolingual

μασύντης, ὁ (Α)
(κατά τον Ησύχ.) «μασητήρ, παρωνύμιον παρασίτου τινός».
[ΕΤΥΜΟΛ. Για ετυμολ. βλ. λ. μασώ].