Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

μεγάλαυχος

Σκιᾶς ὄναρ ἄνθρωπος -> Man is a dream of a shadow
Pindar, Pythian 8.95f.
Full diacritics: μεγᾰλαυχος Medium diacritics: μεγάλαυχος Low diacritics: μεγάλαυχος Capitals: ΜΕΓΑΛΑΥΧΟΣ
Transliteration A: megálauchos Transliteration B: megalauchos Transliteration C: megalafchos Beta Code: mega/lauxos

English (LSJ)

ον,

   A boastful, vainglorious, Pi.P.8.15, A.Pers.533 (anap.), Pl.Ly.206a (Comp.), Ph.1.121; τὸ μ., = foreg. 1, X.Ages.8.1. Adv. Sup. -ότατα, εἰπεῖν Max.Tyr.7.7.

German (Pape)

[Seite 105] großprahlend, hoffährtig, stolz; Pind. P. 8, 15; Aesch. Spt. 1046 Pers. 525; ὅσῳ ἂν μεγαλαυχότεροι ὦσι, Plat. Lys. 206 a; Ἑλλάς, Ep. ad. 497 (App. 214); τὸ μ. = μεγαλαυχία, Xen. Ag. 8, 1, vgl. μεγαλαυχής.

Greek (Liddell-Scott)

μεγάλαυχος: -ον, μεγάλως καυχώμενος, λίαν ἔνδοξος, Πινδ. Π. 8. 19, Αἰσχύλ. Πέρσ. 533, Πλάτ. Λυσ. 206Α· τὸ μ., = τῷ προηγ., Ξεν. Ἀγησ. 1, 1.

French (Bailly abrégé)

ος, ον :
plein de jactance, orgueilleux ; τὸ μεγάλαυχον XÉN jactance, orgueil.
Étymologie: μέγας, αὐχέω.

English (Slater)

μεγᾰλαυχος pro subs.,
   1 a man of supreme confidence βία δὲ καὶ μεγάλαυχον ἔσφαλεν ἐν χρόνῳ (P. 8.15)

Greek Monolingual

-η, -ο (ΑM μεγάλαυχος, -ον)
αυτός που καυχιέται πολύ, κομπαστής, αλαζόνας
μσν.
αυτός που γίνεται για να καυχηθεί κάποιος («ἡ μεγάλαυχος τῶν κατωρθωμένων κατέκρινεν ἀπαρίθμησις», Σάθ.)
αρχ.
το ουδ. ως ουσ. τὸ μεγάλαυχον
η μεγαλαυχια.
επίρρ...
μεγαλαύχως (Α)
(στον υπερθ.) μεγαλαυχότατα
με πολύ μεγάλη περηφάνια.
[ΕΤΥΜΟΛ. < μεγαλ(ο)- + -αυχος (< αὐχῶ)].

Greek Monotonic

μεγάλαυχος: -ον (αὐχέω), πολυλογάς, καυχησιολόγος, ή πολύ ένδοξος, σε Πίνδ., Αισχύλ. κ.λπ.

Russian (Dvoretsky)

μεγάλαυχος: хвастливый, самонадеянный, заносчивый Pind., Aesch., Plat.

Middle Liddell

μεγάλ-αυχος, ον αὐχέω
greatly boasting, very glorious, Pind., Aesch., etc.