Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

μεγαλαυχία

Φοβοῦ τὸ γῆρας, οὐ γὰρ ἔρχεται μόνον -> Fear old age, for it never comes alone
Menander
Full diacritics: μεγᾰλαυχία Medium diacritics: μεγαλαυχία Low diacritics: μεγαλαυχία Capitals: ΜΕΓΑΛΑΥΧΙΑ
Transliteration A: megalauchía Transliteration B: megalauchia Transliteration C: megalafchia Beta Code: megalauxi/a

English (LSJ)

ἡ,

   A boasting, arrogance, Pl.Tht.174d (pl.), Ly.206a, LXX 4 Ma.2.15.    2 exultation, Longin.7.2.

German (Pape)

[Seite 105] ἡ, Prahlerei, Hoffahrt, φρονήματος ἐμπίπλανται καὶ μεγαλαυχίας, Plat. Lys. 206 a; neben ἔπαινος, Theaet. 174 d; Sp., wie Plut. adv. Stoic. 22; Ios. u. A.

Greek (Liddell-Scott)

μεγᾰλαυχία: ἡ, μεγάλη καύχησις, ἀλαζονεία, Πλάτ. Θεαίτ. 174D, Λυσ. 206Α. 2) ὑπερηφανία, Λογγῖν. 7. 2.

French (Bailly abrégé)

ας (ἡ) :
1 jactance, orgueil;
2 exaltation.
Étymologie: μεγάλαυχος.

Greek Monolingual

η (Α μεγαλαυχία) μεγάλαυχας
κομπασμός, καυχησιολογία, αλαζονεία («ἔν τε τοῑς ἐπαίνοις καὶ ταῑς τῶν ἄλλων μεγαλαυχίαις», Πλάτ.)
αρχ.
θριαμβολογία.

Greek Monotonic

μεγᾰλαυχία: ἡ, κομπορρημοσύνη, αλαζονεία, σε Πλάτ.

Russian (Dvoretsky)

μεγᾰλαυχία: ἡ похвальба, хвастовство, самонадеянность Plat., Plut.

Middle Liddell

μεγᾰλαυχία, ἡ,
great boasting, arrogance, Plat. [from μεγάλαυχος