Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

μεγαλεπίβουλος

Γηράσκω δ᾽ αἰεὶ πολλὰ διδασκόμενος -> I grow old always learning many things
Solon the Athenian
Full diacritics: μεγᾰλεπίβουλος Medium diacritics: μεγαλεπίβουλος Low diacritics: μεγαλεπίβουλος Capitals: ΜΕΓΑΛΕΠΙΒΟΥΛΟΣ
Transliteration A: megalepíboulos Transliteration B: megalepiboulos Transliteration C: megalepivoulos Beta Code: megalepi/boulos

English (LSJ)

ον,

   A harbouring great designs, Corn. ND22.

German (Pape)

[Seite 105] v. l. für das Vorige, D. Sic. 1, 19.

Greek Monolingual

μεγαλεπίβουλος, -ον (Α)
αυτός που αναλαμβάνει την εκτέλεση μεγάλων σχεδίων.
[ΕΤΥΜΟΛ. < μεγαλ(ο)- + ἐπίβουλος].