Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

μεγαληγορία

Ἐδιζησάμην ἐμεωυτόν -> I searched out myself
Heraclitus, fr. 101B
Full diacritics: μεγᾰληγορία Medium diacritics: μεγαληγορία Low diacritics: μεγαληγορία Capitals: ΜΕΓΑΛΗΓΟΡΙΑ
Transliteration A: megalēgoría Transliteration B: megalēgoria Transliteration C: megaligoria Beta Code: megalhgori/a

English (LSJ)

ἡ,

   A big talking, E.Heracl.356 (pl., lyr.), X.Ap.1, Man.2.468 (pl.).    II elevation, sublimity of diction, D.H.Th.27, Demetr.Eloc.29.

German (Pape)

[Seite 105] ἡ, das Großsprechen, die Prahlerei; Eur. Heracl. 356; Xen. Apol. 1; auch Lob, Preis, Luc. Cont. 23; Plut. u. a. Sp.

Greek (Liddell-Scott)

μεγᾰληγορία: ἡ, τὸ μεγαληγορεῖν, Εὐρ. Ἡρακλ. 356 (ἐν τῷ πληθ.), Ξεν. Ἀπολ. 1.

French (Bailly abrégé)

ας (ἡ) :
1 vantardise, jactance;
2 action de vanter, de louer avec emphase.
Étymologie: μεγαληγόρος.

Greek Monolingual

η (Α μεγαληγορία) μεγαλήγορος
1. καυχησιολογία, κομπασμός («μεγαληγορίαισι δ' ἐμὰς φρένας οὐ φοβήσεις», Ευρ.)
2. πολύ στομφώδες ύφος σε γραπτό ή προφορικό λόγο.

Greek Monotonic

μεγᾰληγορία: ἡ, κομπορρημοσύνη, πολυλογία, σε Ευρ., Ξεν.

Russian (Dvoretsky)

μεγᾰληγορία:
1) хвастовство, похвальба Xen., Eur.;
2) восхваление Plut., Luc.

Middle Liddell

μεγᾰληγορία, ἡ,
big talking, Eur., Xen. [from μεγᾰλήγορος]