Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

μεγαλόδωρος

Φιλοκαλοῦμέν τε γὰρ μετ' εὐτελείας καὶ φιλοσοφοῦμεν ἄνευ μαλακίας -> Our love of what is beautiful does not lead to extravagance; our love of the things of the mind does not makes us soft.
Τhucydides, 2.40.1
Full diacritics: μεγᾰλόδωρος Medium diacritics: μεγαλόδωρος Low diacritics: μεγαλόδωρος Capitals: ΜΕΓΑΛΟΔΩΡΟΣ
Transliteration A: megalódōros Transliteration B: megalodōros Transliteration C: megalodoros Beta Code: megalo/dwros

English (LSJ)

ον,

   A munificent, τύχη Democr. 176, cf. Max. Tyr.17.2; μεγαλοδωρότατε δαιμόνων Ar.Pax393 (lyr.), cf. Plb.10.5.6, CPHerm.119 viii 2 (iii A.D.): τὸ μ., = foreg., Plu.Ant.4, 43. Adv. -ρως Poll.3.119, Jul.Or.6.194d.

German (Pape)

[Seite 106] große, prächtige Geschenke machend, im superl. μεγαλοδωρότατος, Ar. Pax 388; Pol. 10, 5, 6; Luc. Tim. 21; τὸ μεγαλόδωρον, = μεγαλοδωρία, Plut. Ant. 4. 43.

Greek (Liddell-Scott)

μεγαλόδωρος: -ον, ὁ μεγάλα δωρούμενος, γενναιόδωρος, ἐλευθέριος, μεγαλοδωρότατος Ἀριστοφ. Εἰρ. 393, πρβλ. Πολύβ. 10. 5, 6· τὸ μεγαλόδωρον = μεγαλοδωρία, Πλουτ. Ἀντών. 4 καὶ 43, κ. ἀλλ.

French (Bailly abrégé)

ος, ον :
qui fait de grands présents, généreux, magnifique ; τὸ μεγαλόδωρον la munificence.
Étymologie: μέγας, δῶρον.

Greek Monolingual

-η, -ο (ΑM μεγαλόδωρος, -ον)
1. αυτός που δίνει μεγάλα και πλούσια δώρα, γενναιόδωρος
2. το ουδ. ως ουσ. το μεγαλόδωρο(ν)
η μεγαλοδωρία («τὸ φιλόδωρον καὶ μεγαλόδωρον», Πλούτ.).
επίρρ...
μεγαλοδώρως (Α)
με γενναιοδωρία.
[ΕΤΥΜΟΛ. < μεγαλ(ο)- + -δωρος (< δῶρον), πρβλ. μεγά-δωρος].

Greek Monotonic

μεγᾰλόδωρος: -ον (δῶρον), αυτός που δίνει πλούσια δώρα, γενναιόδωρος, σε Αριστοφ.

Russian (Dvoretsky)

μεγαλόδωρος: богато одаряющий, щедрый Polyb., Plut., Luc.

Middle Liddell

μεγᾰλό-δωρος, ον δῶρον
making great presents, munificent, Ar.