Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

μεγασθενής

Cras amet qui numquam amavit quique amavit cras amet -> May he love tomorrow who has never loved before; And may he who has loved, love tomorrow as well
Pervigilium Veneris
Full diacritics: μεγασθενής Medium diacritics: μεγασθενής Low diacritics: μεγασθενής Capitals: ΜΕΓΑΣΘΕΝΗΣ
Transliteration A: megasthenḗs Transliteration B: megasthenēs Transliteration C: megasthenis Beta Code: megasqenh/s

English (LSJ)

ές,

   A = μεγαλοσθενής, Γαιάοχος, Λοξίας, Pi.O.1.25, A. Eu.61; Τιτυός A.R.1.181; also μ. χρυσός Pi.I.5(4).2; χρησμός A. Ch.269, cf. Trag. ap. PGrenf.2.1 (b).

German (Pape)

[Seite 110] ές, = μεγαλοσθενής; Γαιάοχος, Pind. Ol. 1, 25; auch χρυσός, I. 4, 2; Ἐρινύς, Aesch. Spt. 70 u. öfter; Λοξίας, Eum. 61; sp. D., wie Maneth. 3, 357.

Greek (Liddell-Scott)

μεγασθενής: -ές, = μεγαλοσθενής, ὁ ἔχων μέγα σθένος, μεγάλην δύναμιν, ἐπὶ θεῶν, Πινδ. Ο. 1. 38, Αἰσχύλ. Εὐμ. 61, κτλ.· καί, μ. χρυσὸς Πινδ. Ι. 5 (4). 2· χρησμὸς Αἰσχύλ. Χο. 270.

French (Bailly abrégé)

ής, ές :
doué d’une grande force.
Étymologie: μέγας, σθένος.

English (Slater)

μεγασθενής
   1 mighty in strength μεγασθενὴς Γαιάοχος Ποσειδάν (O. 1.25) σέο ἕκατι καὶ μεγασθενῆ νόμισαν χρυσὸν ἄνθρωποι περιώσιον ἄλλων pr. (I. 5.2) Δωδωναῖε μεγασθενὲς ἀριστότεχνα πάτερ Zeus fr. 57. 1.

Spanish

que tiene gran fuerza

Greek Monolingual

μεγασθενής, -ές (Α)
αυτός που έχει εξαιρετικά μεγάλη δύναμη, πανίσχυρος, παντοδύναμος (α. «μεγασθενὴς Γαιάοχος», Πίνδ.
β. «μεγασθενῆ νόμισαν χρυσόν», Πίνδ.).
[ΕΤΥΜΟΛ. < μέγα- + -σθενής (< σθένος), πρβλ. λιπο-σθενής, ολιγο-σθενής].

Greek Monotonic

μεγασθενής: -ές, = μεγαλοσθενής, σε Πίνδ., Αισχύλ.

Russian (Dvoretsky)

μεγασθενής: Pind., Aesch. = μεγαλοσθενής.

Middle Liddell

μεγα-σθενής, ές = μεγαλοσθενής, Pind., Aesch.]

English (Woodhouse)

μεγασθενής = mighty, powerful, strong, mighly

⇢ Look up "μεγασθενής" on Google | Wiktionary | LSJ full text search (Translation based on the reversal of Woodhouse's English to Ancient Greek dictionary)