Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

μεδιμναῖος

τύμβος, ὦ νυμφεῖον, ὦ κατασκαφής οἴκησις αἰείφρουρος, οἷ πορεύομαι πρὸς τοὺς ἐμαυτῆς -> Tomb, bridal chamber, eternal prison in the caverned rock, whither I go to find mine own.
Sophocles, Antigone, 883
Full diacritics: μεδιμναῖος Medium diacritics: μεδιμναῖος Low diacritics: μεδιμναίος Capitals: ΜΕΔΙΜΝΑΙΟΣ
Transliteration A: medimnaîos Transliteration B: medimnaios Transliteration C: medimnaios Beta Code: medimnai=os

English (LSJ)

α, ον,

   A holding a μέδιμνος, Hsch.:—also μεδιμν-ιαῖος, α, ον, GDI4990 (Gortyn).

German (Pape)

[Seite 110] so groß wie ein μέδιμνος, Hesych.

Greek (Liddell-Scott)

μεδιμναῖος: -α, -ον, ἔχων μέγεθος μεδίμνου ἢ χωρῶν ἕνα μέδιμνον, Ἡσύχ.

Greek Monolingual

μεδιμναῑος, -α, -ον (Α) μέδιμνος
(κατά τον Ησύχ.) αυτός που έχει μέγεθος μεδίμνου ή αυτός που χωρεί έναν μέδιμνο.