Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

μειλίχιος

Ἓν οἶδα, ὅτι οὐδὲν οἶδα –> I know only one thing, that I know nothing | all I know is that I know nothing.
Diogenes Laertius, Lives of the Philosophers, Book 2 sec. 32.
Full diacritics: μειλίχιος Medium diacritics: μειλίχιος Low diacritics: μειλίχιος Capitals: ΜΕΙΛΙΧΙΟΣ
Transliteration A: meilíchios Transliteration B: meilichios Transliteration C: meilichios Beta Code: meili/xios

English (LSJ)

α, ον, also ος, ον Plu.2.370d, cf. Hsch.:—

   A gentle, soothing, Hom. mostly of speech, μειλιχίοις ἐπέεσσι Il.12.267, al.; μ. μῦθος Od.6.148, cf. B.10.90: without Subst., προσαυδᾶν μειλιχίοισι with gentle words, Il.4.256, 6.214; οἱ δέ τ' ἐς αὐτὸν τερπόμενοι λεύσσουσιν—ὁ δ' ἀσφαλέως ἀγορεύει—αἰδοῖ μειλιχίῃ Od.8.172; θεὸν ὣς ἱλάσκονται αἰδοῖ μειλιχίῃ Hes.Th.92. Adv. -ίως A.R.2.467, etc.: neut. as Adv., μειλίχιον μυκήσατο Mosch.2.97.    II later of persons, mild, gracious, Ζεὺς M. the protector of those who invoked him with propitiatory offerings, at Athens, IG12.866 (written Μιλίχιος), Th.1.126, X.An.7.8.4; at Orchomenus in Boeotia, IG7.3169 (written Μιλίχιος BCH50.422 (Thespiae)); in Argolis, Paus.2.20.1, etc.; of other divinities, as Dionysus, Plu.2.994a, etc.; Κύπρις AP5.225 (Paul. Sil.): Cret., Theraean Μηλίχιος GDI5046 (Hierapytna), al., IG12(3).406, 1316; early Ion. Μειλίχιος written Μελ- ib.12(5).727 (Andros); Arc. written Μελίχιος ib.5(2).90 (Tegea, perh. iv B. C.).    III μειλίχια (sc. ἱερά) propitiatory offerings, Plu.2.417c; so perh. μ. ποτά S.OC159 (lyr., but expld. by Sch. as referring to honey mixed in the drink-offerings).

German (Pape)

[Seite 115] (μειλίσσω, vgl. μείλιχος), besänftigend, schmeichelnd, liebkosend, anmuthig, αἰδοῖ μειλιχίῃ, mit anmuthiger Scheu, Od. 8, 172; Hes. Th. 92; gew. bei Hom. von Worten, μειλίχιον μῦθον φέρε Καδμείοισι, Il. 10, 288, u. häufig μειλιχίοις μύθοις, ἔπεσι, u. ohne ein subst., προσαυδᾶν μειλιχίοισιν, mit liebkosenden Schmeichelworten anreden, 4, 256. 6, 214, wie Pind. μειλιχίοις λόγοις, P. 4, 128. 240; im Ggstz von στερεοῖς ἐπέεσσι νείκεον, Il. 12, 267; Soph. braucht es von Quellen, κρατὴρ μειλιχίων ποτῶν ῥεύματι συντρέχει, O. C. 157; – Ζεὺς Μειλίχιος, der Beschützer derer, die ihn mit Sühnopfern (μειλίχια ἱερά, Plut. def. or. 14 Thes. 12) anrufen u. versöhnen; ihm wurden in Athen jährlich die Διάσια gefeiert, Thuc. 1, 126; vgl. Xen. An. 7, 8, 4; Paus. 2, 20, 1; auch Dionysus heißt so, Plut. Anton. 24; vgl. Ath. III, 78 c. – Adv., Ap. Rh. 2, 467.

Greek (Liddell-Scott)

μειλίχιος: -α, -ον, ὡσαύτως ος, ον Πλούτ. 2. 370D· (μειλίσσω)· ―πρᾶος, πραϋντικός, ἤπιος, Ὅμ., τὸ πλεῖστον κατὰ δοτ. πληθ., μειλιχίοις ἐπέεσσι, μ. μύθοις, καὶ ἄνευ οὐσιαστ., προσαυδᾶν μειλιχίοισι, μὲ ἠπίους, μαλακοὺς λόγους, Ἰλ. Δ. 256., Ζ. 214· οἱ δέ τ’ ἐς αὐτὸν τερπόμενοι λεύσσουσιν ―ὁ δ’ ἀσφαλέως ἀγορεύει ―αἰδοῖ μειλιχίῃ, «τὸ αἰδοῖ μειλιχίῃ, ἢ τὴν ἐκ τῶν ἀκουόντων αἰδῶ λέγει ἢ τὴν τοῦ ἀγορεύοντος, ὅτε μὴ θρασύστομος ᾖ, ἀλλὰ μειλίχιος ἐν τῷ λαλεῖν» (Εὐστ.), Ὀδ. Θ. 172· οὕτω, θεὸν ὣς ἱλάσκονται αἰδοῖ μειλιχίῃ Ἡσ. Θ. 92· ―Ἐπίρρ. -ίως, Ἀπολλ. Ρόδ. Β. 467, κλτ.· ὡσαύτως οὐδέτ. ὡς ἐπίρρ., μειλίχιον μυκάσατο Μόσχ. 2. 97. ΙΙ. μόνον παρὰ τοῖς μετέπειτα ἐπὶ προσώπων, πρᾶος, ἤπιος, εὐμενής, Ζεὺς Μειλίχιος, ὁ προστάτης ἐκείνων ὅσοι ἐπεκαλοῦντο αὐτὸν μεθ’ ἱλαστηρίων προσφορῶν (ἴδε κατωτ. ΙΙΙ), εἰς τιμὴν τοῦ ὁποίου τὰ Διάσια ἐτελοῦντο δὶς τοῦ ἔτους ἐν Ἀθήναις, Θουκ. 1. 126, Ξεν. Ἀν. 7. 8, 4· ὡσαύτως ἐν Συλλ. Ἐπιγρ. 1568. 68· καὶ ἐν Ἀργολίδι, Παυσ. 2. 20, 1, κτλ.· ὡσαύτως ἐπίθ. τοῦ Διονύσου, Πλούτ. 2. 994A, κτλ.· τῆς Κύπριδος Ἀνθ. Π. 5. 226, καὶ ἄλλων θεοτήτων. ΙΙΙ. μειλίχια ἱερά, προσφοραὶ ἱλαστήριοι, ὡς τὰ μειλίγματα καὶ μειλικτήρια, Πλούτ. 2. 417C· καὶ αὕτη δυνατὸν νὰ εἶναισημασία τοῦ μειλίχια ποτὰ ἐν Σοφ. Ο. Κ. 159, ἂν καὶ ὁ Σχολ. ἐκλαμβάνει αὐτὸ ὡς ἀναφερόμενον εἰς τὸ μέλι, ὅπερ ἐμιγνύετο ταῖς σπονδαῖς, «μειλιχίων ποτῶν, γλυκέων ποτῶν, ὅ ἐστι, μέλιτος, οἷς μειλίσσουσι τὰς θεάς».

French (Bailly abrégé)

α ou ος, ον :
I. fait de miel, préparé avec du miel;
II. doux comme le miel :
1 agréable, charmant, délicieux;
2 qui adoucit, calme, apaise : μειλιχίοις ἔπεσσι IL, ἐπέεσσι IL, OD, ou abs. μειλιχίοισι IL avec des paroles douces, bienveillantes ou suppliantes ; μειλίχια ἱερά PLUT sacrifices expiatoires ; τὰ μειλίχια PLUT sacrifices expiatoires.
Étymologie: μέλι.

English (Autenrieth)

and μείλιχος: mild, pleasant, gentle, winsome, Od. 8.172.

English (Slater)

μειλίχιος
   1 gentle μειλιχίοισι λόγοις. (P. 4.128) μειλιχίοις τε λόγοις (P. 4.240)

Greek Monolingual

-α, -ο (ΑM μειλίχιος, -ία, -ον και μειλίχιος, -ον, Α και μιλίχιος και δωρ. τ. μηλίχιος και μελίχιος, -ία, -ον)
1. (για πρόσωπα) προσηνής, ευπροσήγορος, ευπρόσιτος, καταδεκτικός
2. (για λόγια) ήρεμος, πράος, γλυκός, καταπραϋντικός
αρχ.
1. επίθετο διαφόρων θεών, όπως του Διός, του Διονύσου και της Αφροδίτης («ἔστι γὰρ καὶ Ἀθηναίοις Διάσια, ἃ καλεῑται Διὸς ἑορτὴ Μειλιχίου μεγίστη», Θουκ.)
2. μετανοημένος, μεταμελημένος
3. (για πηγή) αυτή που έχει δροσερό νερό
4. (το ουδ. πληθ. ως ουσ.) τὰ μειλίχια
εξιλαστήριες προσφορές
5. (το ουδ. ως επίρρ.) μειλίχιον
με μειλίχιο, ήπιο, πράο τρόπο.
επίρρ...
μειλιχίως και μειλίχια (Α μειλιχίως)
με μειλίχιο τρόπο.
[ΕΤΥΜΟΛ. Ἀλλος τ. του μείλιχος με κατάλ. -ιος (για ετυμολ. βλ. μείλιχος). Ο τ. μιλίχιος προϊόν ιωτακισμού].

Greek Monotonic

μειλίχιος: -α, -ον (μειλίσσω),
I. ευγενικός, ήπιος, πράος, μειλιχίοις ἐπέεσσι, μειλιχίοις μύθοις, σε Όμηρ.· και, χωρίς ουσ., προσαυδᾶν μειλιχίοισι, απευθύνομαι με ευγενικά λόγια, σε Ομήρ. Ιλ.· αἰδοῖ μειλιχίῃ, σε Ομήρ. Οδ., Ησίοδ.· το ουδ. ως επίρρ., ευγενικά, απαλά, σε Μόσχ.
II. καλοκάγαθος, σπλαχνικός, Ζεὺς Μειλίχιος, ο προστάτης αυτών που με εξιλαστήριες προσφορές τον επικαλέστηκαν, σε Θουκ., Ξεν.
III. μειλίχια ποτά, προσφορές ποτού για κατευνασμό, ή (κατ' άλλους) ποτά με μέλι, όπου το μέλι έχει αναμειχθεί στα ποτά που προσφέρονται, σε Σοφ.

Russian (Dvoretsky)

μειλίχιος: и 2 (ῐχ)
1) приготовленный на меду, медовый (τὰ ποτά Soph.);
2) кроткий, ласковый, приветливый (ἔπεα Hom.);
3) милостивый, милосердный (Ζεύς Plut.);
4) умилостивительный (ἱερά Plut.).

Middle Liddell

μειλίχιος, η, ον μειλίσσω
I. gentle, mild, soothing, μειλιχίοις ἐπέεσσι, μ. μύθοις Hom.; and without Subst., προσαυδᾶν μειλιχίοισι to address with gentle words, Il.; αἰδοῖ μειλιχίῃ Od., Hes.; neut. as adv., gently, Mosch.
II. gracious, Ζεὺς Μειλίχιος the protector of those who invoked him with propitiatory offerings, Thuc., Xen.
III. μειλίχια ποτά propitiatory drink-offerings, or (as others) honied drinks, honey being mixed in the drink-offerings, Soph.