Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

μελαχρινός

Ὄττω τις ἔραται -> Whatever one loves best | Whom you desire most
Sappho

Greek Monolingual

και μελαγχροινός, -ή, -ό (Α μελαγχρινός, -ή, -όν)
αυτός που έχει σκούρα, μαυρειδερή, μελαψή επιδερμίδα και μαύρα μαλλιά.
[ΕΤΥΜΟΛ. < αρχ. μελάγχρους + κατάλ. -ινός].