Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

μετέρχομαι

Ὁ δ' ἀνεξέταστος βίος οὐ βιωτὸς ἀνθρώπῳ -> The unexamined life is not worth living
Plato, Apology of Socrates 38a
Full diacritics: μετέρχομαι Medium diacritics: μετέρχομαι Low diacritics: μετέρχομαι Capitals: ΜΕΤΕΡΧΟΜΑΙ
Transliteration A: metérchomai Transliteration B: meterchomai Transliteration C: meterchomai Beta Code: mete/rxomai

English (LSJ)

Aeol. and Dor. πεδέρχομαι, Pi.N.7.74, Theoc.29.25: fut.

   A μετελεύσομαι Il.6.280 (in Att. the impf. and fut. are borrowed from μέτειμι, q. v.):—come or go among, c. dat. pl., Od.1.134, 6.222: freq. abs. in part., μετελθών if he came among them, Il.4.539, etc.; of a leader, στίχας… Ἄρης ὄτρυνε μετελθών having gone between the ranks, 5.461, cf. 13.351.    2 go among with hostile purpose, attack, λέων ἀγέληφι μετελθών 16.487: with a double construction, βουσὶ μετέρχεται ἢ ὀΐεσσιν ἠὲ μετ' ἀγροτέρας ἐλάφους Od.6.132.    II go to another place, πόλινδε μετέρχεο Il.6.86; μ. εἰς τὸ ἱερόν D.Ep.2.20; εἰς θεοὺς μ., i.e. die, OGI56.55 (Canopus, iii B.C.); migrate, change one's abode, Hp.Aër.18, PRev.Laws44.11 (iii B.C.); of a slave, to be transferred, PCair.Zen.355.51 (iii B.C.).    III follow, come after, εἰ πόνος ἦν, τὸ τερπνὸν πλέον πεδέρχεται Pi.l.c.    IV go to seek, go in quest of, c. acc. pers., Πάριν μετελεύσομαι Il.6.280, cf. Archil.44, etc.: also c. acc. rei, πατρὸς κλέος εὐρὺ μετέρχομαι I go to seek tidings of my father, Od.3.83: generally, seek, E.El.582, etc.; τὴν ἐλευθερίαν Th. 1.124; ἀσκήσει τὸ ἀνδρεῖον μ. Id.2.39; τὸ πάγχρυσον δέρας Πελίᾳ μ. E.Med.6; ἰατρόν τινι μ. Ar.Ec.363.    2 in hostile sense, pursue, Il.5.456, 21.422: metaph., Ὀροίτεα τίσιες μετῆλθον Hdt.3.126; ἡ Πυθίη μ. αὐτὸν τοισίδε τοῖσι ἔπεσι Id.6.86.γ; Προμηθέα κλοπῆς δίκη μετῆλθεν Pl.Prt.322a; in legal sense, prosecute, μ. φονέα Antipho 1.10; punish, τινὰς ταῖς ἐσχάταις τιμωρίαις μ. Lycurg.116: c. acc. rei, seek to avenge, ὑβρισθέντας γάμους E.IT14: c. dupl. acc. pers. et rei, visit a crime upon... μ. ἁρπαγὰς Ἑλένης Ἰλίου πόλιν Id.Cyc.280, cf. Or.423; τόνδ' ἐγὼ μετῆλθον ἐνδίκως μόρον τὸν μητρός A.Ch.996(988): later c. gen., J.AJ1.4.2, Longus 1.12.    3 of things, go after, attend to, ἔργα μετερχόμενος Od.16.314; μετέρχεο ἔργα γάμοιο Il.5.429; prosecute, pursue a business, πρᾶγμα Ar.Lys.268; τὰ ἐγκλήματα Th.1.34; τὸν λόγον Pl.Phd.88d, etc.; μ. ἄλλων πημάτων κακὰς ὁδούς narrate them, E.Ion930; μ. ἴχνος Pl.Tht.187e.    4 claim at law, προῖκα ὀφείλεσθαι Mitteis Chr.88.20 (ii A.D.); οἱ μετερχόμενοι the claimants, PGnom.35 (ii A.D.).    5 approach with prayer or sacrifice, θεὸν εὐχαῖσιν E.Ba.713; χρυσὸν θυσίῃσι μεγάλῃσι ἱλασκόμενοι μετέρχονται Hdt.4.7: with inf. added, ἐγώ σε μ. τῶν θεῶν εἰπεῖν τὠληθές I beseech you by the gods to speak the truth, Id.6.68, cf. 69; πὲρρ ἁπαλῶ στύματός σε πεδέρχομαι ὀμνάσθην Theoc.29.25.    6 court, woo a woman, Pi.I.7(6).7.    V go over, εἰς Γίτανα Plb.27.16.5; of an army, πρὸς τὸν Ἀντωνῖνον μ. Hdn.5.5.1; παντάπασιν εἰς ὕδατος πόσιν ἐξ οἴνου μετῆλθεν Gal.6.243.    2 of honours, pass, descend, εἰς τοὺς παῖδάς τινος IG12(9).906.20 (Chalcis, iii A.D.).

German (Pape)

[Seite 159] (s. ἔρχομαι), 1) dazwischen, unter Andern gehen, vom Heerführer, der zwischen den Schaaren der Krieger einherschreitet, Il. 5, 461. 13, 351. – 2) zu Einem heran-, dazukommen; – a) freundlich, absolut, μετελθών, Il. 4, 539. 13, 127 Od. 1, 332. – b) τινί, hinangehen, hinzugehenzu Einem, θεοῖσι, κούρῃσι μετελθών, Il. 14, 334 Od. 6, 222; mit dem Nebenbegriffe des Unerwarteten, 1, 134; allgemeiner, mit Jemandem zusammenkommen, Verkehr mit ihm haben, vgl. ib. 229; im feindlichen Sinne, darauf losgehen, verfolgen, absol., Il. 5, 456. 21, 422, u. τινί, 16, 427 Od. 6, 132. – 3) nachgehen, um Einen zu finden od. einzuholen, τινά, z. B. ἐγὼ δὲ Πάριν μετελεύσομαι, Il. 6, 280, πατρὸς ἐμοῦ κλέος εὐρὺ μετέρχομαι, ἤν που ἀκούω, nach Kunde vom Vater, auf Erkundigung nach ihm ausgehen, Od. 3, 83; ἄλοχον μετῆλθεν γοναῖς, kam zur Frau, Pind. I. 6, 7; aber πεδέρχεται δόμους ist = er kehrt zurück ins Haus, N. 7, 74; οἳ τὸ πάγχρυσον δέρας Πελίᾳ μετῆλθον, Eur. Andr. 563, sie gingen nach dem Vließ, holten es für den Pelias; νεκρὸν τοῖς μετελθοῦσιν φίλων δώσω, Heracl. 1023; τίς ἂν οὖν ἰατρόν μοι μετέλθοι, Ar. Eccl. 363; vgl. Dem. 47, 36; – feindlich nachfolgen, rächen, τόνδ' ἐγὼ μετῆλθον ἐνδίκως μόρον τὸν μητρός, Aesch. Ch. 988; ὡς ταχὺ μετῆλθόν σ' αἷμα ματέρος θεαί, Eur. Or. 423; τὸν φονέα, Antiph. 1, 10; μετῆλθον τίσιες Οροίτεα, Her. 3, 128; τὰ ἐγκλήματα πολέμῳ μετελθεῖν, seine Klagen durch einen Krieg verfolgen, Thuc. 1, 34; Προμηθέα ὕστερον κλοπῆς δίκη μετῆλθεν, Plat. Prot. 322 a; τὸν φόνον, τὰς ἀδικίας, Pol. 4, 48, 9. 6, 4, 9 u. a. Sp. – Auch = sich mit Bitten an Einen wenden, adire, μετέρχομαί σε πρὸς θεῶν τὠληθὲς εἰπεῖν, Her. 6, 68; μετέρχεαί με λιτῇσι εἰπεῖν, 6, 69; dagegen τινὰ ἔπεσιν ist = Einen mit Worten, bes. mit harten, angehen, anlassen, 6, 86, 3; auch μετέρχεσθαί τινα θυσίῃσι, Einen mit Opfern angehen, um ihn damit zu ehren, 4, 7; τιμωρίᾳ τινά, Aesch. 3, 107. – Auch von Sachen, einem Geschäfte nachgehen, es besorgen, ἱμερόεντα μετέρχεο ἔργα γάμοιο, Il. 5, 429, vgl. Od. 16, 314; ὅσαι τὸ πρᾶγμα τοῦτ' ἐνεστήσαντο καὶ μετῆλθον, Ar. Lys. 268; τὸ ἀνδρεῖον μετέρχεσθαι, den Muth üben, Thuc. 2, 39, ὥςπερ ἴχνος, wie die Spur verfolgen, Plat. Theaet. 187 e; τὸν λόγον, Phaed. 88 d. – 4) zurückkehren, um Etwas zu holen, ὅπως εἴ τίς τι ἐπιλελησμένος εἴη, μετέλθοι, Xen. Cyr. 6, 3, 1. – Uebh. den Ort verändern, weg- und zu einem Andern übergehen, Pol. 27, 14, 5; στρατὸς μετελθὼν πρὸς τὸν Ἀντωνῖνον, Hdn. 5, 5, 1. – Adj. verb. μετελευστέον, Luc. Fugit. 22. – Vgl. übh. μέτειμι.

Greek (Liddell-Scott)

μετέρχομαι: Αἰολ. καὶ Δωρ. πεδέρχομαι Πινδ. Ν. 7. 109, Θεόκρ. 29. 25· μέλλ. μετελεύσομαι Ἰλ. Ζ. 280· παρ’ Ἀττ. ὁ παρατ. καὶ ὁ μέλλ. παραλαμβάνονται ἐκ τοῦ μέτειμι, (ὃ ἴδε)· ἀποθ., μετ’ ἀορ. β΄ καὶ πρκμ. ἐνεργ., ὑπάγωἔρχομαι μεταξὺ ἄλλων, μετὰ δοτ. πληθ., ὑπερφιάλοισι μετελθών, «ἀντὶ τοῦ συνελθὼν» (Εὐστ.), Ὀδ. Α. 134., Ζ. 222, πρβλ. Ἰλ. Π. 487· - συχν. ἀπολ. κατὰ μετοχ., ἔνθα κεν οὐκέτι ἔργον ἀνὴρ ὀνόσαιτο μετελθών, «τότε δὴ οὐκ ἂν ἀνήρ τις ἐπελθὼν ἐμέμψατο τὸ ἔργον τοῦ πολέμου» (Θ. Γαζῆς), Δ. 539, κτλ.· ἐπὶ ἀρχηγοῦ, Ἄρης ὤτρυνε μετελθών, παρελθὼν μεταξὺ τῶν τάξεων, Ε. 461, πρβλ. Ν. 351. 2) ἐπέρχομαι μὲ σκοπὸν ἐχθρικόν, ἑπομένως, προσβάλλω, ἐπιτίθεμαι, λέων ἀγέληφι μετελθὼν Π. 487· ὡσαύτως μετὰ διπλῆς συντάξεως, βουσὶ μετέρχεται ἢ ὀΐεσσιν ἠὲ μετ’ ἀγροτέρας ἐλάφους Ὀδ. Ζ. 132. ΙΙ. ἀπέρχομαι εἰς ἕτερον μέρος, πόλινδε μετέρχετο Ἰλ. Ζ. 86· εἰς τὸ ἱερὸν Δημ. 1472. 9. ΙΙΙ. ἔρχομαι κατόπιν, ἀκολουθῶ, εἰ πόνος ἦν, τὸ τερπνὸν πλέον πεδέρχεται Πίνδ. ἔνθ’ ἀνωτέρω, IV. μετ’ αἰτ. ὡς τὸ μέτειμι, ΙΙ, ὑπάγω κατόπιν τινός, ὑπάγω πρὸς ἀναζήτησιν, ὑπάγω ὅπως ἀνεύρω τι, μετ’ αἰτ. προσ., Πάριν μετελεύσομαι Ἰλ. Ζ. 280· οὕτω Ἀρχίλ. 41, καὶ συχν. παρ’ Ἀττ.· - ἀλλ’ ὡσαύτως μετ’ αἰτ. πράγμ., πατρὸς κλέος εὐρὺ μετέρχομαι, ὑπάγω ὅπως ζητήσω εἰδήσεις περὶ τοῦ πατρός μου, Ὀδ. Γ. 83· καὶ καθόλου, ἐπιζητῶ, ζητῶ, Εὐρ. Ἠλ. 582, κτλ.· τὴν ἐλευθερίαν Θουκ. 1. 124· ἀσκήσει τὸ ἀνδρεῖον μ. ὁ αὐτ. 2. 39. μ. τι τινί, ὑπάγω ζητῶν τι δι’ ἄλλον, Εὐρ. Μήδ. 6· ἰατρόν τινι μ. Ἀριστοφ. Ἐκκλ. 363. 2) ἐπὶ ἐχθρικῆς σημασίας, καταδιώκω, Ἰλ. Ε. 456., Φ. 422· μεταφ., τίσιες μετῆλθον Ὀροίτεα Ἡρόδ. 3. 126· ἡ Πυθίη μ. αὐτὸν τοῖσδε τοῖσι ἔπεσι 6. 86, 3· δίκη μ. Προμηθέα Πλάτ. Πρωτ. 322Α· ἰδίως ἐπὶ δικανικῆς ἐννοίας, καταδιώκω δικαστικῶς, μ. φονέα Ἀντιφῶν 112. 32, πρβλ. Λυκοῦργ. 164. 21· - ὡσαύτως μετ’ αἰτ. πράγμ., ζητῶ νὰ λάβω ἐκδίκησιν, νὰ τιμωρήσω τινὰ διά τι, νὰ ἐκδικήσω τι, μ. μόρον Αἰσχύλ. Χο. 988· γάμους ὑβρισθέντας Εὐρ. Ι. Τ. 13· - ἀκολούθως μετὰ διπλῆς αἰτ. προσ. καὶ πράγματος, μ. τι τινά, τιμωρῶ τινα διά τι κακούργημα, ὁ αὐτ. ἐν Κύκλ. 820, πρβλ. Ὀρ. 423· - παρὰ μετεγ. μετὰ γεν., Ἰωσήπ. Ἰουδ. Ἀρχ. 1. 4, 2, Λόγγος 1. 12, 5. 3) ἐπὶ πραγμάτων, ἐπιδιώκω, ἐπιμελοῦμαι, ἔργα μετερχόμενος, «διὰ σπουδῆς ἔχων» (Σχόλ.), Ὀδ. Π. 314· μετέρχεο ἔργα γάμοιο Ἰλ. Ε. 429· ἐπιδιώκω ἔργον τι ἢ ἀσχολίαν, πρᾶγμα Ἀριστοφ. Λυσ. 268· τὰ ἐγκλήματα Θουκ. 1. 34· τὸν λόγον Πλάτ. Φαίδων 88D, κτλ.· μ. ἄλλων πημάτων κακὰς ὁδοὺς, διηγοῦμαι, Εὐρ. Ἴων 930· μ. ἴχνος Πλάτ. Θεαίτ. 187Ε. 4) πλησιάζω τινὰ μετὰ δεήσεων, Λατ. adire, prosequi, τινα Ἡρόδ. 6. 68· ὡσαύτως, μ. τινα λιτῇσι, αὐτόθι 69, Εὐρ. Βάκχ. 713· μ. τινα θυσίῃσι Ἡρόδ. 4. 7· πρβλ. εὐχαῖς ἱκνέομαι, ἱκέτης, προσίκτωρ. 5) κάμνω ἔρωτα πρὸς γυναῖκα, «τριγυρίζω», Πινδ. Ι. 7 (6) 10. V. μεταβαίνω εἰς ἕτερον μέρος, Πολύβ. 27. 14, 5.

French (Bailly abrégé)

f. μετελεύσομαι, ao.2 μετῆλθον, etc.
I. aller vers : τινα aller trouver qqn ; particul. aller chercher : ἄλλους νεκρούς LUC d’autres morts;
II. suivre, càd :
1 aller à la recherche de, poursuivre ; fig. κλέος πατρός OD chercher à connaître la gloire paternelle ; τὸ ἀνδρεῖον THC rechercher le courage;
2 suivre de près, presser : λιτῇσί τινα THC presser qqn de supplications ; θυσίῃσι HDT offrir à un dieu des prières instantes, des sacrifices ; ou simpl. μετέρχεσθαί τινα HDT supplier instamment qqn ; avec un inf. : τινα πρὸς θεῶν τὠληθὲς εἰπεῖν HDT presser qqn, au nom des dieux, de dire la vérité.
Étymologie: μετά, ἔρχομαι.

English (Autenrieth)

part. μετερχόμενος, fut. μετελεύσομαι, aor. 2 opt. μετέλθοι, imp. μέτελθε, part. μετελθών: come or go among (τισί), to, or after (τινά or τὶ); of seeking or pursuing, Il. 6.280, Il. 21.422 ; πατρὸς κλέος, Od. 3.83; of ‘attending to’ or ‘caring forsomething, ἔργα, ἔργα γάμοιο, π 31, Od. 5.429.

English (Slater)

μετέρχομαι (cf. πεδέρχομαι)
   1 go after, seek ὁπότ' Ἀμφιτρύωνος ἐν θυρέτροις σταθεὶς ἄλοχον μετῆλθεν Ἡρακλείοις γοναῖς; (sc. Ζεύς) (I. 7.7)

Greek Monolingual

(I)
(ΑΜ μετέρχομαι, Α αιολ. και δωρ. τ. πεδέρχομαι)
νεοελλ.
(σχετικά με μέσα) χρησιμοποιώ, μεταχειρίζομαι («μετέρχεται κάθε μέσο θεμιτό ή αθέμιτο προκειμένου να επιβάλει τις απόψεις του»)
νεοελλ.-μσν.
(για τέχνη ή επάγγελμα) ασκώ («μετέρχεται το επάγγελμα του δημοσιογράφου»)
μσν.
(για υπόθεση) χειρίζομαι
μσν.-αρχ.
1. μεταβαίνω από έναν τόπο σε άλλο, απέρχομαι, αποχωρώ
2. ασχολούμαι με κάτι, φροντίζω για κάτι, («ἀλλὰ σὺ γ' ἱμερόεντα μετέρχεο ἔργα γάμοιο», Ομ. Ιλ.)
αρχ.
1. έρχομαι ή βαδίζω μεταξύ άλλων
2. έρχομαι κοντά σε κάποιον, συναναστρέφομαι κάποιον
3. πλησιάζω, τριγυρίζω κάποιον ερωτικά
4. προσεγγίζω ευλαβώς κάποιον με προσευχές, θυσίες ή δεήσεις (τὸν Θεόν... εὐχαῑσιν ἄν μετῆλθες», Ευρ.)
5. πλησιάζω κάποιον με εχθρική διάθεση, προσβάλλω κάποιον, επιτίθεμαι εναντίον κάποιου
6. έρχομαι πίσω από κάποιον, αναζητώ να βρω κάποιον, ακολουθώ («ἐγὼ δὲ Πάριν μετελεύσομαι», Ομ. Ιλ.)
7. αναζητώ κάτι ή κάποιον («πατρὸς ἐμοῡ κλέος εὐρὺ μετέρχομαι, ἤν που ἀκούσω», Ομ. Οδ.)
8. (κατ' επέκτ.) επιδιώκω, επιζητώ κάτι («ἐπιπόνω ἀσκήσει εὐθὺς νέοι ὄντες τὸ ἀνδρεῑον μετέρχονται», Θουκ.)
9. ζητώ να πάρω εκδίκηση για κάτι («ὡς τόνδ' ἐγὼ μετῆλθον ἐνδίκως μόρον τὸν μητρός», Αισχύλ.)
10. διώκω κάποιον δικαστικά
11. ασκώ, ενεργώ κάτι («πᾱσαν ἀρετὴν μετήρχετο», Μηναί.)
2. μελετώ, εξετάζω, ερευνώ, επιθεωρώ
13. (σχετικά με τιμές) διαβιβάζω, μεταβιβάζω.
(II)
και ματάρχομαι (Μ μετέρχομαι και μετάρχομαι και ματάρχομαι)
έρχομαι ξανά, επιστρέφω.

Greek Monotonic

μετέρχομαι: Αιολ. και Δωρ. πεδ-έρχομαι, μέλ. μετ-ελεύσομαι (στην Αττ., ο παρατ. και ο μέλ. είναι δανεισμένοι από το μέτειμι, βλ. αυτ.)· αποθ., με αόρ. βʹ μετ-ῆλθον, παρακ. -ελήλυθα·
I. έρχομαι ή πηγαίνω ανάμεσα σε άλλους, με δοτ. πληθ. ή αμτβ., σε Όμηρ.· μετελθών, έχω πάει ανάμεσα στις τάξεις του στρατεύματος, σε Ομήρ. Ιλ.
II. πηγαίνω σε άλλο μέρος, στο ίδ.· απλώς, έρχομαι μετά, ακολουθώ, σε Πίνδ.
III. 1. με αιτ., ακολουθώ, πηγαίνω προς αναζήτηση, πηγαίνω προς έρευνα, σε Ομήρ. Ιλ., Αττ.· γενικά, αναζητώ, στοχεύω, αποσκοπώ, σε Ευρ., Θουκ.
2. με εχθρική σημασία, καταδιώκω, σε Ομήρ. Ιλ., Ηρόδ., Αττ.· με αιτ. πράγμ., ζητώ να εκδικηθώ, σε Αισχύλ., Ευρ.· έπειτα, με διπλή αιτ. προσ. και πράγμ., μετέρχομαί τί τινα, παίρνω εκδίκηση για ένα έγκλημα από κάποιον, σε Ευρ.
3. λέγεται για πράγματα, επιζητώ, στοχεύω, επιδιώκω μια δουλειά, σε Όμηρ., Αττ.
4. πλησιάζω με προσευχές, Λατ. adire, prosequi, τινα, σε Ηρόδ., Ευρ.· επιδιώκω, ζητώ την νίκη, σε Πίνδ.

Russian (Dvoretsky)

μετέρχομαι: эол. πεδέρχομαι
1) входить (в чьи-л. ряды), вступать, (по)являться: μετελθών Hom. придя, явившись (среди них); κούρῃσιν μετελθών Hom. оказавшись в присутствии девушек;
2) идти (к кому-л. или за кем-л.) (ἐγὼ δὲ Πάριν μετελεύσομαι, ὅφρα καλέσσω Hom.): πατρὸς κλέος μ. Hom. отправляться за вестями об отце; οἳ τὸ πάγχρυσον δέρος μετῆλθον Eur. отправившиеся за золотым руном; ἰατρὸν μ. τινι Arph. вызвать врача к кому-л.;
3) переходить, идти (πόλινδε Hom.; εἰς τὸ ἱερόν Dem.);
4) нападать (ἀγέλῃφι, βουσί Hom.): τινὰ τοισίδε τοῖσι ἔπεσι μ. Her. грозно ответить кому-л. следующими словами;
5) следовать, идти (καινὰς ὁδούς Eur.): ἴχνος μετελθεῖν Plat. пойти по своему следу, т. е. возвратиться;
6) возвращаться (δόμους Pind.): ὅπως εἴ τίς τι ἐπιλελησμένος εἴη, μετέλθοι Xen. чтобы кто-л., если он что-л. забудет, мог вернуться (за этим);
7) преследовать, карать (τινα κλοπῆς Aesch.; τὰς ἀδικίας Polyb.; τὸν θάνατόν τινος Plut.);
8) настигать, постигать (μετῆλθον τίσιες Ὀροίτεα Her.);
9) просить, молить (τινα τὠληθὲς εἰπεῖν Her.);
10) окружать почитанием, чтить (τινα θυσίῃσι Her.);
11) делать, устраивать (τὸ πρᾶγμα Arph.): ἔργα γάμοιο μ. Hom. устраивать браки;
12) улаживать, решать (πολέμῳ μᾶλλον ἢ τῷ ἴσῳ τὰ ἐγκλήματα μετελθεῖν Thuc.);
13) домогаться, добиваться, искать (τὸ ἀνδρεῖον Thuc.; μέρος γῆς Eur.; στρατηγίαν Plut.);
14) продолжать (τὸν λόγον Plat.).

Middle Liddell

aeolic and doric πεδ-έρχομαι fut. μετελεύσομαι [in attic, the imperf. and fut. are borrowed from μέτειμι, q. v.] aor2 μετ-ῆλθον perf. -ελήλυθα
I. to come or go among others, c. dat. pl. or absol., Hom.; μετελθών having gone between the ranks, Il.
II. to go to another place, Il.: simply to come next, follow, Pind.
III. c. acc. to go after, to go to seek, go in quest of Il., attic: generally, to seek for, aim at, Eur., Thuc.
2. in hostile sense, to pursue, Il., Hdt., attic: c. acc. rei, to seek to avenge, Aesch., Eur.:—then c. dupl. acc. pers. et rei, μ. τι τινά to visit a crime upon a person, Eur.
3. of things, to go after, attend to, to pursue a business, Hom., attic
4. to approach with prayers, Lat. adire, prosequi, τινα Hdt., Eur.: to court or woo, Pind.