Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

μεταγλώττιση

Γελᾷ δ' ὁ μωρός, κἄν τι μὴ γέλοιον ᾖ -> The fool laughs even when there's nothing to laugh at
Menander

Greek Monolingual

η
η μεταφορά κειμένου από μια γλώσσα σε άλλη ή από μια μορφή γλώσσας σε άλλη της ίδιας γλώσσας, μετάφραση («η μεταγλώττιση της γαλλικής ταινίας ήταν κακή»).
[ΕΤΥΜΟΛ. < μεταγλωττίζω. Η λ., στον λόγιο τ. μεταγλώττισις, μαρτυρείται από το 1796 στο Γερμανο-απλορρωμαϊκόν Λεξικόν του Karl Weigel].